Η επόμενη μέρα της εισβολής του Πούτιν στην Ουκρανία έδωσε μια αίσθηση ή μάλλον ψευδαίσθηση επιστροφής στο 1947, στην έναρξη δηλαδή του Ψυχρού Πολέμου.
Ο Πούτιν φαινόταν να έχει χάσει το στοίχημα διεμβολισμού της διατλαντικής και ευρωπαϊκής ενότητας και ακόμη χειρότερα έμοιαζε να έχει νεκραναστήσει το ΝΑΤΟ.
Τρεις μήνες μετά ουδείς αμφισβητεί ότι το 2022 όχι μόνον δεν παραπέμπει στο 1947 αλλά έχει αναλογίες με την ανταρσία του γαλλογερμανικού διδύμου την άνοιξη του 2003 λίγο πριν από την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ.
Το 1947, αμέσως μετά την εξαγγελία του Δόγματος Τρούμαν και του Σχεδίου Μάρσαλ, όποια ευρωπαϊκή χώρα στοιχιζόταν με τις ΗΠΑ εξασφάλιζε τη χρηματοδότηση της ανοικοδόμησης, καθώς η Ουάσινγκτον επιδίωκε την ταχεία ανάκαμψη της Δυτικής Ευρώπης για να αποφύγει τον επανεγκλωβισμό της στην ύφεση από την οποία ξέφυγε οριστικά στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.
Σήμερα, στο όνομα της σταυροφορίας του «Ελεύθερου Κόσμου» κατά των αυταρχικών καθεστώτων της Κίνας και της Ρωσίας, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ και κατ’ εξοχήν η Ε.Ε. με προεξάρχουσα τη Γερμανία καλούνται να διαχειριστούν μια επερχόμενη πολλαπλή κρίση, ενεργειακή, επισιτιστική και προσφυγική, που θέτει μια υπαρξιακή πρόκληση στην κοινωνική και πολιτική σταθερότητα της Γηραιάς Ηπείρου.
Με πιο απλά λόγια, όποιος το 1947 στοιχιζόταν πίσω από τις ΗΠΑ εξασφάλιζε τη χρηματοδότηση μιας ταχείας ανασυγκρότησης, ενώ σήμερα καλείται να υποθηκεύσει την όποια εσωτερική σταθερότητα σε έναν ταυτόχρονο πόλεμο φθοράς της Δύσης με την Κίνα και με τη Ρωσία.
Ολική επαναφορά λοιπόν όχι στο 1947 αλλά στο 2003, όταν η Γερμανία και η Γαλλία, αφού δεν μπόρεσαν να επηρεάσουν την ειλημμένη απόφαση του Λευκού Οίκου για εισβολή στο Ιράκ, διαφοροποιήθηκαν δημόσια από τις ΗΠΑ.
Σήμερα, τρεις και πλέον μήνες μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, αν εξαιρέσουμε τη Βρετανία και την Πολωνία, η συντριπτική πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών επιθυμεί άμεση κατάπαυση του πυρός και διαπραγματεύσεις για συνολική λύση που να εγγυάται από την κατοχύρωση της ασφάλειας της Ουκρανίας μέχρι και την άρση των κυρώσεων.
Σε διαφορετικό ύφος και τόνους, κάθε μέρα που περνά Μακρόν, Σολτς και Ντράγκι διαφοροποιούνται συνεχώς από την Ουάσινγκτον, μια δυναμική που θα καταγραφεί στις επικείμενες συνόδους κορυφής τόσο της Ε.Ε. όσο και του ΝΑΤΟ.
