Πανηγυρικά εισήλθε ο ελληνικός στρατός στη Σμύρνη στις 16 Μαΐου 1919. Μετά βαΐων και κλάδων τον υποδέχτηκε ο χριστιανικός πληθυσμός στο Κε. Η μικρασιατική περιπέτεια, που εξελίχθηκε σε απερίγραπτη τραγωδία, μόλις άρχιζε. Επειτα από τρεις μέρες ο Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα. Λίγο αργότερα ξεκινά η τρίτη και πιο αιματηρή φάση του αφανισμού των Ελλήνων του Πόντου, γνωστότερη ως «γενοκτονία των Ποντίων». Ο άλλοτε άσημος βαρκάρης της Κερασούντας Τοπάλ Οσμάν τίθεται επικεφαλής της εθνοκάθαρσης.
Οι μέθοδοί του είναι πανομοιότυπες με εκείνες της εξόντωσης των Αρμενίων από τους Νεότουρκους τον Αύγουστο του 1915. Αντιγράφω από τον κατατοπιστικό τόμο «Τοπάλ Οσμάν – Ιστορίες μιας γενοκτονίας» του δημοσιογράφου, συγγραφέα και αντιστασιακού Γιώργου Λαμψίδη (Αφοι Κυριακίδη, 2022): «Η τουρκική στρατιωτική διοίκηση με το πρόσχημα της “γραμμής πρόσω” αποφάσισε να μετακινήσει τον ελληνικό πληθυσμό, που βρισκόταν στα παράλια και τα ενδότερα του Πόντου, κοντά στο ρωσοτουρκικό μέτωπο».
Νεκρικές πορείες ήταν στην πραγματικότητα τούτες οι φαινομενικά αθώες μετακινήσεις. Εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες, γυναίκες, γέροι και παιδιά βρήκαν μαρτυρικό θάνατο κατά τη διάρκειά τους. Το Αλάτσαμ, δυτικά της Μπάφρας, ήταν «μια μικρή, παραλιακή πόλη του εμπορίου με επτά χιλιάδες Ελληνες κατοίκους και δεκαπέντε ελληνικά χωριά στην περιφέρειά της». Οι ομαδικές απελάσεις άρχισαν στις 3 Ιουνίου 1921. Τσέτες και τζανταρμάδες ανέλαβαν δράση. Εντός ολίγων εβδομάδων εξοντώθηκε ολόκληρος ο ανδρικός πληθυσμός.
Τότε ξεκινούν τα παθοβολήματα των γυναικόπαιδων και των γερόντων. Την 1η Σεπτεμβρίου 2.013 απ’ αυτούς συγκροτούν ένα μακάβριο κονβόι. «Στο Τουρκμέν-νταγί ληστεύτηκαν από τους φρουρούς τους και οι γυναίκες, σχεδόν ημίγυμνες –σωστό χειμώνα πια στην περιοχή–, χωρίς χρήματα και χωρίς τα εφόδια που είχαν πάρει μαζί τους, περπάτησαν εξήντα μέρες μέχρι το Χεκίμ-χαν. Στον δρόμο είχαν αφήσει νεκρές 855 ψυχές».
Ολοφύρονταν εκεί «άλλες 400 γυναίκες με τα παιδιά τους. Δεν μπορούσαν να προχωρήσουν από την εξάντληση και πέθαναν στοιβαγμένες σε αχυρώνες και στάβλους ή στο ύπαιθρο, χωρίς τροφή και φροντίδα. Οι υπόλοιπες 759 γυναίκες περπάτησαν μέχρι τη Μαλάτεια. Οι άλλοι 500 συνέχισαν μέχρι το Πακίρ-ματενί, το Χαρπούτ, το Ντιαρμπεκίρ, το Βαν, το Μπιτλίς. Πέθαναν όλοι από την πείνα και τις κακουχίες».
Στις 8 Σεπτεμβρίου την ίδια τύχη είχαν ακόμα 1.005 άτομα ύστερα από πορεία 89 ημερών με προδιαγεγραμμένο προορισμό. «Με τας διαδοχικάς αυτάς αποστολάς ερημούται κυριολεκτικώς και η τέως ακμάζουσα και ευτυχούσα πόλις Αλάτσαμ» γράφει ο Α. Γαβριηλίδης. «Επιπλα, κοσμήματα, εμπορεύματα –κατ’ εξοχήν καπνά μεγάλης αξίας και τάπητες– διανέμονται μεταξύ των απαισίων κακούργων και αυτουργών της ερημώσεως ταύτης». Τα κτήματα και τα σπίτια των «εκτοπισθέντων» κατελήφθησαν από τους οπλαρχηγούς. Αυτά στην κωμόπολη Αλάτσαμ. Στα οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα του ποντιακού ελληνισμού η φρίκη ήταν ανείπωτη.
