Tριγυρίζοντας στα στενά δρομάκια της παλιάς πόλης του Ρεθύμνου, προσπαθώ να βρω μια εφημερίδα -πουθενά. Ρωτώντας από ’δώ κι από ’κεί καταφέρνω να βρω ένα σημείο στην άκρη της πόλης. Μαθαίνω ότι υπάρχουν ακόμη δύο σημεία στο κέντρο και αυτά είναι όλα κι όλα. Είναι το τέλος της εποχής των εφημερίδων; Ολα προς τα εκεί συγκλίνουν, οι εξελισσόμενες δηλαδή οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες δεν επιτρέπουν να έχεις χρόνο να διαβάσεις μια εφημερίδα. Θα πει κανείς γνωστά είναι όλα αυτά, ότι το διαδίκτυο είναι το μέσο από το οποίο «ενημερώνονται» οι περισσότεροι και κυρίως οι νέοι και οι φοιτητές.
Με βλέπουν να πίνω το ποτό μου στα μαγαζάκια στην παραλία και να διαβάζω εφημερίδα και με κοιτούν έκπληκτοι σχεδόν· τους είναι εντελώς άγνωστη αυτή η σκηνή, ξένη σε αντίθεση με όλους τους άλλους που είναι σκυμμένοι πάνω από τους κομψούς υπολογιστές τους, τα πανάκριβα κινητά τους και ό,τι άλλο ηλεκτρονικό τροφοδοτεί τον εγκέφαλό τους και το πνεύμα τους -τις γνώσεις τους και λοιπά. Νιώθεις και συ λίγο αμήχανος και προσποιείσαι τον αδιάφορο, κάνεις δηλαδή ότι δεν βλέπεις την απορία στα μάτια τους και τον οιονεί χλευασμό τους. Δύσκολα διατρέχει τον οισοφάγο το ποτό, πικρό και άγευστο φαντάζει [και δεν είναι υπερβολή].
Δεν ξέρω αν ζούμε τις τελευταίες μέρες της έντυπης δημοσιογραφίας -ελπίζω πως όχι, είναι όμως λυπηρό να σε θεωρούν ξένο «σώμα» στην κοινωνία όταν σε βλέπουν να διαβάζεις μια εφημερίδα, να θωπεύεις το χαρτί, να συλλειτουργούν οι αισθήσεις κατά την ανάγνωση, να σπαζοκεφαλιάζεις με το ευρηματικό και έξυπνο σταυρόλεξο του φίλτατου Βαγγέλη Καμάρη. Στενοχωριέσαι μεν, αλλά δεν μπορείς να κάνεις και κάτι ώστε να αποτραπεί η θλιβερή αυτή εξέλιξη στον Τύπο στην Ελλάδα και παγκοσμίως, παρότι υπάρχουν μερικές, μικρές, ελπιδοφόρες εξαιρέσεις, στη Φινλανδία, λ.χ., ή στην Ιαπωνία, όπου οι αναγνώστες γίνονται όλο και περισσότεροι αντί να αραιώνουν και να λιγοστεύουν επικίνδυνα ή και να εξαφανίζονται.
Κρίμα για το Ρέθυμνο, μια πόλη τριάντα πέντε χιλιάδων κατοίκων -άσε που οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν ούτε καν τους τίτλους των εφημερίδων που κυκλοφορούν ακόμη στη χώρα. Κάποτε, έως και πριν από λίγα χρόνια, οσφραινόταν κανείς την πολιτική κατάσταση μόνο και μόνο αναγιγνώσκοντας τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, κρεμασμένων από τα μανταλάκια στα περίπτερα -σιγά σιγά κλείνουν και τα περίπτερα· ήδη στα Χανιά στο παλιό λιμάνι έχουν κλείσει δύο κεντρικά. Κάποτε επίσης υπήρχαν δεξιές, κεντρώες, αριστερές εφημερίδες και υπήρχε μια γόνιμη αντιπαράθεση μεταξύ των αναγνωστών της κάθε μιας από αυτές -τώρα είναι όλες δεξιές πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, μετρημένων στα [μισά] δάχτυλα του ενός χεριού.
Πού να βρουν χρόνο οι Κρητικοί να ξεφυλλίσουν, έστω, μια εφημερίδα και όχι ασφαλώς να διαβάσουν; Εχουν πέσει με τα μούτρα στους τουρίστες, που τους βλέπουν σαν πανάκεια στις χρόνιες ασθένειές τους -αλλά αυτό τους προστάζει η φιλελεύθερη κυβέρνηση, αυτή είναι και η μόνη «πολιτική» της: τουρισμός, τουρισμός, τουρισμός. Για τον Τύπο -ή για πνεύμα- τι άλλο να πούμε;
