Δεκάχρονα πιτσιρίκια μαθαίναμε, όπως κι οι ενήλικοι, τις νέες κυκλοφορίες των δίσκων τα μεσημέρια της Κυριακής, λίγο πριν από την ώρα του φαγητού, σε ραδιοφωνικές εκπομπές των εταιρειών της μουσικής μας βιομηχανίας. Οντεόν, Παρλοφόν, Χις Μάστερ Βόις, Κάπιταλ, τουτέστιν Μίνως Μάτσας και υιός. Αντίπαλον δέος ήταν η Κολούμπια με τη Λύρα να τις συναγωνίζεται επαξίως, πλην όμως από μια κάποια απόσταση. Εκείνα τα χρόνια οι Κυριακάδες στάλαζαν εορταστικά χρώματα στις γειτονιές. Μαζευόμαστε, λοιπόν, μικροί-μεγάλοι στις αυλές να απολαύσουμε τα σουξέ της σεζόν.
Αληθινή και αξεπέραστη διασκέδαση. Εκτός απ’ τις φίρμες του λαϊκού άσματος, μεσουρανούσαν τότε ο Πουλόπουλος, ο Καλατζής, η Κουμιώτη, η Χωματά, ο Βιολάρης κι έκαναν τα πρώτα τους βήματα η Χαρούλα, ο Νταλάρας κι ο Μητσιάς. Οι γειτόνοι υποστήριζαν μετά μανίας τους αοιδούς της αρεσκείας τους κι έθαβαν τους υπόλοιπους με βιτριολικά σχόλια που δεν άφηναν αναπάντητα οι φαν του αντίπαλου στρατοπέδου, προκαλώντας συγκρούσεις με τρανταχτά γέλια, που άνοιγαν την όρεξη κι έκαναν αξέχαστα τα οικογενειακά τραπέζια.
Κατά τι μεγαλύτερη η αδελφή μου, το ’χε βάλει αμέτι μουχαμέτι να πάρουμε πικάπ για ν’ ακούμε ό,τι και όποτε θέλουμε. Εννοείται πως τάχθηκα ασμένως με το μέρος της και αποταμιεύαμε μέρος από το γλίσχρο χαρτζιλίκι μας για να πραγματοποιήσουμε τον πολυπόθητο στόχο. Τσοντάριζε και το ευρύτερο περιβάλλον, ιδίως όταν παίρναμε καλούς βαθμούς, όμως το απαιτούμενο ποσό ήθελε άφθονο χρόνο ώσπου να συγκεντρωθεί. Οι δίσκοι που αγοράζαμε ενδιαμέσως μείωναν αισθητά το διαθέσιμο κεφάλαιο και πέρασαν κάμποσα τέρμινα μέχρι να τα καταφέρουμε.
Η δισκοθήκη μας αβγάτιζε, κυρίως με «σαρανταπεντάρια» και με λιγοστά βινύλια 33 στροφών, και το όνειρό μας ολοένα απομακρυνόταν. Κονομημένος απ’ τα κάλαντα εκείνα τα Χριστούγεννα, είπα να κάνω δώρο στο εαυτό μου ολόκληρο LP. Σκέφτηκα να πρωτοτυπήσω και, αντί για λαϊκά ή Νταλάρα, να ψωνίσω κάτι αρκούντως νεανικό. Είχα μαύρα μεσάνυχτα από την ποπ σκηνή της εποχής, όμως αυτό δεν με εμπόδισε να διαλέξω «Το ωροσκόπιο της αγάπης» στη ροζ εκδοχή του εξωφύλλου. Ενδεχομένως με δελέασε το παρδαλό πουκάμισο με τον ευμεγέθη γιακά του εντελώς άγνωστού μου τραγουδιστή.
Στάθηκα σίγουρα στο πλατύ, προσηνές, συνεσταλμένο χαμόγελό του και πιθανόν πάνω από όλα στο όνομα που ουδέποτε ίσαμε τότε είχα ακούσει. Εφερνε μεν στα τετριμμένα Τάκης, Λάκης, Μάκης, Σάκης και ταυτοχρόνως διέφερε παρασάγγας. Εξ απαλών ονύχων, λοιπόν, ταυτίστηκα με τον Δάκη, διότι περί του Δάκη επρόκειτο. Εξυπακούεται πως ο δίσκος έλιωσε απ’ τις απανωτές χαραγματιές της βελόνας. Οι μουσικές προτιμήσεις μου ακολούθησαν άλλες ατραπούς, ωστόσο, τα άσματα του Πλέσσα, ο οποίος για πρώτη και μόνη φορά έγραψε στο ύφος των συγκροτημάτων του ’60, βοούν πάντοτε νοσταγλικά στα ώτα μου. Νιώθω πως μαζί με τη βελούδινη φωνή του Δάκη χάνεται η παιδική μας αθωότητα.
