Κλίμα όξυνσης στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας επιδιώκει και πάλι ο Ταγίπ Ερντογάν, αναζητώντας αφορμές στην πρόσφατη αλλά και παλαιότερη Ιστορία, όχι μόνο στο πεδίο των ελληνοτουρκικών, αλλά και του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ ή ακόμη και στο νέο μέτωπο που έχει ανοίξει με τη Σουηδία και τη Φινλανδία, με παραλληλισμούς και αβάσιμες επινοήσεις κατά της Αθήνας.
Την ώρα που η Αγκυρα είναι αντιμέτωπη με ερωτήματα και επικρίσεις από τις ΝΑΤΟϊκές χώρες για την αρνητική στάση που πήρε για την ένταξη των δύο σκανδιναβικών χωρών, επικαλούμενη την πολιτική τους έναντι των Κούρδων αρχικά, ο Τούρκος πρόεδρος προσπάθησε να δικαιολογήσει την επιλογή του κάνοντας λόγο για «παθήματα» από την επανένταξη της Ελλάδας στο στρατιωτικό σκέλος (το 1980) ενώ ανάλογη αναφορά έκανε και στη Γαλλία.
Το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει ο Ερντογάν αντικατοπτρίζεται στην υποδοχή που είχαν η πρωθυπουργός της Σουηδίας Μαγκνταλένα Αντερσον και ο πρόεδρος της Φινλανδίας Σάουλι Νιινίστο από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν, χθες, στον Λευκό Οίκο. Πρακτικά, το veto της Τουρκίας είναι παρωχημένο, καθώς οι περισσότερες χώρες του ΝΑΤΟ έχουν δηλώσει σε διμερές επίπεδο ότι εγγυώνται για την ασφάλεια των δύο προς ένταξη χωρών, έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία. Συνεπώς, η ένταξη θεωρείται de facto γεγονός.
Πολιτικά, όμως, το πρόβλημα για το ΝΑΤΟ είναι μείζον και αν δεν αρθεί μέχρι τη σύνοδο κορυφής που θα γίνει στην Ισπανία, 28 και 29 Ιουνίου, ο πρόεδρος Ερντογάν θα βρεθεί να δίνει εξηγήσεις. Το διάστημα αυτό θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμο για την πορεία των ελληνοτουρκικών. Η Αθήνα περίμενε ότι μετά τη συνάντηση της Κωνσταντινούπολης, στις 13 Μαρτίου, θα επικρατούσε moratorium, κάτι που διαψεύστηκε με το μπαράζ παραβιάσεων και υπερπτήσεων τουρκικών μαχητικών, στις 27 και 28 Απριλίου.
Οι υπερπτήσεις
Τα στοιχεία που συγκρότησε σε φάκελο η ελληνική κυβέρνηση μαζί με τους χάρτες της περιβόητης «γαλάζιας πατρίδας» και παρουσιάστηκαν και κατά την επίσκεψη Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον, συνιστούν σύμφωνα με την τουρκική ηγεσία «προσπάθεια εξαπάτησης». Φυσικά, η Αγκυρα γνωρίζει ότι δεν κάνουν τα ελληνικά μαχητικά υπερπτήσεις στην Τουρκία, όμως με κάποιο τρόπο θα πρέπει να δικαιολογηθούν τα αρνητικά μηνύματα που πήρε από την αμερικανική πρωτεύουσα ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου. Για την αναβάθμιση των F-16 δεν υπήρξαν νεότερα από τον Αντονι Μπλίνκεν ενώ και στο θέμα του πολιτικού διαλόγου για την εξομάλυνση των αμερικανο-τουρκικών σχέσεων η Ουάσινγκτον παραμένει συγκρατημένη.
Οι νέες φραστικές επιθέσεις κατά της Ελλάδας ήταν αναμενόμενες στην Αθήνα, όμως το ύφος αλλά και η πλοκή αυτών των επιθέσεων μάλλον προκάλεσαν έκπληξη. «Στο παρελθόν, η Ελλάδα και η Γαλλία βγήκαν από το ΝΑΤΟ και ξαναμπήκαν. Τότε, δυστυχώς, η κυβέρνηση εκείνης της περιόδου στην Τουρκία τούς άνοιξε τον δρόμο. Τι συνέβη όταν επέστρεψαν;» διερωτήθηκε ο Ερντογάν μιλώντας για το veto στην ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας. Και πρόσθεσε:
«Για παράδειγμα, οι ΗΠΑ δημιούργησαν βάση στην Αλεξανδρούπολη. Και η τρομοκρατική οργάνωση FETÖ ταξιδεύει στην Ευρώπη μέσω της Ελλάδας. Αγνοούν τον κατάλογο των τρομοκρατών που τους δώσαμε και εξακολουθούν να τους προστατεύουν. Δεν θα την ξαναπάθουμε με τον ίδιο τρόπο. Ξέρουμε ότι τόσο η Σουηδία όσο και η Φινλανδία θα μας κάνουν τα ίδια. Δεν θα ξαναπέσουμε σε τέτοια απροσεξία».
Tα εξοπλιστικά
Η μπάλα πήρε όλες τις χώρες του ΝΑΤΟ για τους περιορισμούς στα εξοπλιστικά της Τουρκίας, «ενώ από την άλλη δίνουν όπλα στην Ελλάδα που χρωστάει 400 δισ. δολ.», όπως είπε. Για το Κυπριακό επανέλαβε ότι δεν συζητεί άλλη λύση εκτός της αναγνώρισης δύο κρατών και κατέληξε λέγοντας ότι «δεν πρόκειται να διαταράξει τις σχέσεις ούτε με τον Πούτιν ούτε με τον Ζελένσκι».
Η Αθήνα απέφυγε να μπει σε αντιπαράθεση, όπως και στο μέτωπο που επιχείρησε να ανοίξει το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών για την ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιάννης Οικονόμου έκανε λόγο για εκνευρισμό της Αγκυρας, ενώ από την πλευρά του ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας από τη Χάγη, όπου είχε συνομιλίες με τον Ολλανδό ομόλογό του Βόπκε Χέκστρα και επισκέφθηκε το Διεθνές Δικαστήριο και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, επισήμανε τη σημασία που αποδίδει η Ελλάδα στους διεθνείς θεσμούς και στο διεθνές δίκαιο.
