Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για σοβαρά κενά στην καταμέτρηση των κρουσμάτων της covid-19 στις ΗΠΑ, που υπονομεύουν τις προσπάθειες «να καταλάβουμε και να προλάβουμε τον νέο κορονοϊό», κάνει λόγο επικεφαλής ερευνητικής ομάδας που διεξήγαγε μελέτη στη Νέα Υόρκη και προειδοποιεί για νέα έκρηξη της πανδημίας, αλλά και για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της νόσου.

Η χώρα βρίσκεται τώρα στο τέταρτο κύμα της Covid-19, σύμφωνα με επίσημες καταμετρήσεις κρουσμάτων – αλλά οι ειδικοί πιστεύουν ότι το πραγματικό ποσοστό είναι πολύ υψηλότερο. Οι ΗΠΑ καταγράφουν καθημερινά κατά μέσο όρο, περίπου 94.000 νέα κρούσματα και οι νοσηλείες έχουν αυξηθεί από τον Απρίλιο, αν και παραμένουν πολύ χαμηλότερες από τα προηγούμενα ξεσπάσματα του ιού.

Ωστόσο, τα κρούσματα υπολογίζεται ότι είναι τουλάχιστον κατά 30 φορές λιγότερα, σύμφωνα με μια πρώιμη έρευνα για την πορεία τη νόσου στη Νέα Υόρκη. «Φαίνεται ότι οι επίσημες μετρήσεις των κρουσμάτων υποεκτιμούν το πραγματικό βάρος της μόλυνσης κατά περίπου 30 φορές, κάτι που αποτελεί τεράστια έκπληξη», δήλωσε ο Denis Nash, συγγραφέας της μελέτης και διακεκριμένος καθηγητής επιδημιολογίας στο City University of New York School of Public Health.

Περίπου ένας στους πέντε – 22% – των ενήλικων Νεοϋορκέζων πιθανότατα είχε Covid μεταξύ 23 Απριλίου και 8 Μαΐου, σύμφωνα με το προσχέδιο της μελέτης, η οποία δεν έχει αξιολογηθεί ή δημοσιευτεί από ομοτίμους. Αυτό θα σήμαινε ότι 1,5 εκατομμύριο ενήλικες στην πόλη είχαν Covid μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες – πολύ υψηλότερο νούμερο από τις επίσημες μετρήσεις εκείνη την περίοδο.

Ενώ η μελέτη επικεντρώθηκε στη Νέα Υόρκη, αυτά τα ευρήματα μπορεί να ισχύουν σε όλη την υπόλοιπη χώρα, είπε ο Nash. Στην πραγματικότητα, οι Νεοϋορκέζοι πιθανότατα έχουν καλύτερη πρόσβαση στα διαγνωστικά τεστ από το μεγαλύτερο μέρος της χώρας, πράγμα που σημαίνει ότι η υποκαταμέτρηση θα μπορούσε να είναι ακόμη χειρότερη αλλού.

«Είναι πολύ ανησυχητικό. Για μένα, σημαίνει ότι υπονομεύεται η ικανότητά μας να καταλαβαίνουμε πραγματικά και να προλάβουμε τον ιό», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Nash.

Τα αντιικά φάρμακα δε φτάνουν σε αυτούς που τα έχουν ανάγκη

Περισσότεροι από τους μισούς ασθενείς με Covid που ερωτήθηκαν δήλωσαν επίσης ότι δεν γνώριζαν για το Paxlovid, ένα αντιικό φάρμακο που μπορεί να είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό στην πρόληψη της νοσηλείας και του θανάτου σε άτομα υψηλού κινδύνου. Και όσοι μπορούσαν να έχουν πρόσβαση στο Paxlovid έτειναν να είναι νεότεροι, με καλύτερη πρόσβαση σε πόρους, γεγονός που καταδεικνύει ότι η γνώση για το Paxlovid, αλλά και η πρόσβαση σε αυτό μπορεί ακόμα να μην φτάνει σε αυτούς που το χρειάζονται περισσότερο.

«Πρέπει να είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ποιος από τους πιο ευάλωτους δεν έχει πρόσβαση στο Paxlovid, ενώ έχει λοίμωξη από τον Covid και να βεβαιωθούμε ότι προσεγγίζεται και στοχεύεται γρήγορα», είπε ακόμη ο επιδημιολόγος.

Τα κενά στις καταμετρήσεις μπορεί επίσης να εξηγήσουν γιατί πολλοί άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται τώρα στη μέση μιας σοβαρής αύξησης, λένε οι ειδικοί. Ακόμη και όσοι δίνουν προσοχή, πιθανότατα δεν συνειδητοποιούν πόσο διαδεδομένος είναι ο ιός αυτή τη στιγμή.

«Πάντα γνωρίζαμε ότι υπήρχαν υπομετρήσεις. Δεν γνωρίζαμε όμως πόσο», επισημαίνουν, με το χάσμα τους  τελευταίους μήνες να φαίνεται ότι διευρύνεται.

Η ομάδα των ερευνητών είχε κάνει μια παρόμοια έρευνα μετά την πρώτη αύξηση κρουσμάτων από την παραλλαγή Όμικρον και υπολόγισε ότι περίπου 1,8 εκατομμύρια ενήλικες πιθανότατα είχαν Covid από την 1η Ιανουαρίου έως τα μέσα Μαρτίου.

Αυτή η εκτίμηση ήταν περίπου τρεις έως τέσσερις φορές μεγαλύτερη από τον επίσημο αριθμό κρουσμάτων κατά τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, είπε ο Nash – σαφώς χαμηλότερη από την 30πλάσια διαφορά που βλέπουν οι ερευνητές τώρα.

Η τεράστια διαφορά μεταξύ του εκτιμώμενου και του επίσημου αριθμού κρουσμάτων είναι πιθανό να οφείλεται στην αύξηση των κατ’ οίκον ελέγχων, που συνήθως δεν περιλαμβάνονται στους επίσημους αριθμούς, και στην πανδημική κόπωση ή στην έλλειψη πληροφοριών που οδηγεί ορισμένους ανθρώπους να μην κάνουν καθόλου εξετάσεις, ακόμη και αν έχουν συμπτώματα ή έκθεση στον ιό.

Υπάρχει επίσης ένα «τεράστιο αντικίνητρο» για πολλούς ανθρώπους να υποβληθούν σε εξετάσεις για Covid, δήλωσε η Lara Jirmanus, οικογενειακή γιατρός και κλινική καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ. Στους Αμερικανούς έχουν πει ότι ο ιός είναι ήπιος και δε θα επηρεάσει τη ζωή τους, είπε, αλλά εάν βγουν θετικοί, πρέπει να μείνουν σπίτι, μακριά από τη δουλειά και το σχολείο.

«Είναι σχεδόν σα να έχουμε δημιουργήσει μια εθνική πολιτική «μην ρωτάς, μη λες» για την Covid – και αυτός είναι ένας τέλειος τρόπος για να είμαστε βέβαιοι ότι θα εξαπλωθεί γρήγορα», είπε – ειδικά όσον αφορά το 60% της μετάδοσης της Covid από ασυμπτωματικά άτομα.

Χωρίς σωστά στοιχεία για την πραγματική έκταση του νέου κορονοϊού, είναι πιο δύσκολο να προστατευτείτε από αυτόν, είπαν οι ειδικοί.

«Δεν έχουμε πραγματικά καλή διαχείριση του τι συμβαίνει με τον Covid, και ως εκ τούτου οι άνθρωποι δεν μπορούν να λάβουν αποφάσεις για το τι να κάνουν σε μια έξαρση», τόνισε ο Nash.

«Μας ζητήθηκε από τους εκλεγμένους ηγέτες και τις κυβερνήσεις μας να λάβουμε τις καλύτερες αποφάσεις για εμάς ως άτομα», συνέχισε. «Λοιπόν, σε ποιες πληροφορίες θα πρέπει να εστιάσει ένας μέσος άνθρωπος όταν προσπαθεί να πάρει τις καλύτερες αποφάσεις για τον εαυτό του σχετικά με τις προφυλάξεις για τον Covid;»

Η αυξημένη παρακολούθηση ιών όπως η Covid –με την εξέταση των λυμάτων ή τη διεξαγωγή ερευνών, όπως έκανε ο Nash και οι συνάδελφοί του– θα σήμανε τον κώδωνα του κινδύνου για μελλοντικές αυξήσεις και θα βοηθούσε τους ειδικούς να κατανοήσουν πόσοι άνθρωποι μπορεί να είναι ευάλωτοι στον ιό.

Οι τοπικοί και εθνικοί αξιωματούχοι δημόσιας υγείας πρέπει να «δώσουν μια καλύτερη εικόνα για το ποιο μπορεί να είναι το πραγματικό βάρος της Covid, έτσι ώστε οι άνθρωποι να μπορούν να λαμβάνουν αυτές τις τεκμηριωμένες αποφάσεις», είπε ο Nash.

Οι άνθρωποι πρέπει να έχουν «καθαρή εικόνα», καθώς ο Covid εκτινάσσεται και υποχωρεί, είπε από την πλευρά της η Jirmanus. Αντίθετα, «βασικά απλώς θέτουμε τον εαυτό μας σε κίνδυνο και δεν έχουμε ιδέα τι επιφυλάσσει το μέλλον – η επόμενη παραλλαγή θα μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους πιο άρρωστους ή να σκοτώσει ανθρώπους πιο γρήγορα».

Λόγω της προστασίας που προσφέρουν τα εμβόλια και η ανάρρωση από προηγούμενα κρούσματα, το ποσοστό νοσηλείας και ο αριθμός των θανάτων αυτού του κύματος είναι μέχρι στιγμής χαμηλότερο από τα προηγούμενα.

Αλλά «δεν βρισκόμαστε σε ένα σημείο όπου να μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι κάθε μια από αυτές τις νέες εκρήξεις δεν πρόκειται να οδηγήσει σε κύμα θανάτων», είπε ο Nash.

Τι γίνεται με την μακροχρόνια Covid;

Η νοσηλεία και ο θάνατος δεν είναι επίσης οι μόνες αρνητικές συνέπειες των περιπτώσεων. «Η μακροχρόνια απειλή της Covid θα είναι κάτι που θα μας απασχολεί για καιρό, ακόμη και όταν οι νοσηλείες και οι θάνατοι γίνονται λιγότερο θέμα», είπε ο Nash.

Η μακροχρόνια Covid μπορεί να εμφανιστεί σε περίπου 10 έως 30% των κρουσμάτων και κάθε λοίμωξη –και επαναμόλυνση– φαίνεται να είναι «μια ζαριά» για την ανάπτυξη μακροπρόθεσμων προβλημάτων υγείας, είπε.

«Είναι πολύ ελάχιστα κατανοητό, κατά την άποψή μου, δεδομένου του πόσο σημαντικό θα μπορούσε να είναι ένα ζήτημα δημόσιας υγείας. Αλλά είναι απολύτως ψηλά στη λίστα με τους λόγους για να αποφύγετε τη μόλυνση από την Covid αυτή τη στιγμή. Είναι τραγικό ότι αυτό δεν είναι κάτι που συζητείται ως λόγος για να αποτραπεί ο αντίκτυπος ενός κύματος».

Τα εμβόλια προστατεύουν από τον μακροχρόνιο Covid κατά περίπου 15%, προτείνει νέα έρευνα, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για άλλες προφυλάξεις για την πρόληψη των λοιμώξεων.

«Αυτή η ιδέα ότι πρέπει να επιστρέψουμε στο κανονικό και αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα, αντί να χρησιμοποιούμε απλώς μέτρα μετριασμού για να σώσουμε ζωές – στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο δύσκολη, και αν ομαλοποιούνταν, θα μπορούσαμε να το κάνουμε», σημείωσε επίσης η Jirmanus.

«Το να αποφασίσουμε απλώς ότι είναι εντάξει για όλους να μολύνονται τρεις έως τέσσερις φορές το χρόνο στο μέλλον με έναν νέο ιό, τα αποτελέσματα του οποίου δεν καταλαβαίνουμε πλήρως είναι ένα τεράστιο, τεράστιο στοίχημα», συνέχισε. «Απλώς δεν ξέρουμε σε τι μπορεί να οδηγήσει ο Covid στο μέλλον… Παίζουμε με τη φωτιά».

Πηγή: TheGuardian