Ψωνίζω σπανίως ψωμί για το σπίτι, καθώς προσπαθούμε να τρεφόμαστε με… είδη υγιεινής, καταπώς αποκαλούσε τα προϊόντα με χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη πασίγνωστη γκαφατζού αοιδός. Ως εκ τούτου διατηρώ άριστες σχέσεις και με τους τρεις φουρναραίους της γειτονιάς μου. Μακριά κι αγαπημένοι, κατά την αλάνθαστη λαϊκή ρήση, αν εννοείτε. Επιασα τις άλλες ψιλό λακριντί μ’ έναν απ’ αυτούς στις πέντε τα χαράματα, την ώρα που επέστρεφα από τα μπαρ κι εκείνος έκανε διάλειμμα για τσιγάρο στο κατώφλι του μαγαζιού του. Πες πες, δεν άργησε να εκφράσει τα παράπονά του. Πόνος αβάσταχτος η ενεργειακή κρίση που εκτοξεύει τα κόστη του και θέτει σε πρωτοφανή κίνδυνο την επιχείρησή του.
Ωχρός σχεδόν μου ’φερε ελαφρώς αλευρωμένους τους λογαριασμούς ρεύματος από ’να ράφι στο ζυμωτήριο. Εκεί που πλήρωνε σκάρτα πεντακόσια ευρώ ώς το περσινό καλοκαίρι, από τον Σεπτέμβριο κι έπειτα καλείται να καταβάλει τη μια χίλια οκτακόσια, δυο χήνες την άλλη και τέλος δύο χιλιάδες εκατόν ογδόντα αχνιστά ευρώπουλα. Αν συνυπολογίσουμε τον υπερδιπλασιασμό της τιμής των αλεύρων, δεν του μένει παρά να πουλά σε απαγορευτικά υψηλό αντίτιμο τα αρτοσκευάσματα, προτού αναγκαστεί ο δυστυχής να βάλει μόνιμο λουκέτο. Θα πει το ψωμί ψωμάκι ο κοσμάκης, πά’ να πει.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, η παροιμιώδης φράση «κάνας φούρνος θα γκρέμισε», που εκστομίζουμε κατάπληκτοι όποτε συμβαίνει κάτι απίθανο, χάνει ολωσδιόλου το νόημά της. Η εθνοσωτήριος κυβέρνηση του πρωθυπουργού, οίτινος το επώνυμο αρνούμαι πεισματικά να επαναλάβω, καθότι προληπτικός, έχει καταφέρει το ακατόρθωτο: να γκρεμίσει εκ θεμελίων άπαντες τους φούρνους ολοκλήρου της επικράτειας. Οπότε γύρευε τι δεινά μάς απειλούν κατακέφαλα ως δαμόκλειος σπάθη. Παρόμοια πάθη με τον Χριστό και τον ταλαίπωρο γείτονά μου περνάει σύσσωμη η συμπαθής τάξις των αρτοποιών. Ενας τους τα περιέγραφε στην πρωινή ζώνη του «Σκάι», ώσπου περιχαρείς οι παρουσιαστές ανακοίνωσαν την επιθυμία του υπουργού Ανάπτυξης να απαντήσει στον αέρα.
Ιδροκοπούσαν οι απεκκριτικοί αδένες του Αδώνιδος που επιχείρησε να κάνει το μαύρο-άσπρο, βγάζοντας ψεύτη τον άνθρωπο, όστις ετύγχανε φούρναρης επί συναπτή τεσσαρακονταπενταετία. Τι για ελέγχους και πρόστιμα στους μεγαλόσχημους είπε, προς έκδηλη τέρψη του πάνελ, τι για κυβερνητικά «πράσσειν άλογα» που ανακουφίζουν τάχα τους επαγγελματίες, τι φύκια για μεταξωτές κορδέλες δοκίμαζε διαρκώς να μοσχοπουλήσει. Ο αρτοποιός δεν πειθόταν ασφαλώς, υπογραμμίζοντας πως όλα αυτά δεν φτάνουν στην τσέπη του. Τους αφιερώνω σχετικό προπολεμικό τραγουδάκι του Μάρκου, που απογειώνουν οι δεύτερες φωνές του Χατζηχρήστου: «Είσαι αφράτη σαν φραντζόλα/ σαν το χάσικο ψωμί/ όποιος σε κοιτάζει εσένα/ τόνε ζώνουν οι καημοί.// Αχ, βρε κοπελίτσα μου/ όπου πάω σε γυρεύω/ άσπρη φραντζολίτσα μου/ μέρα νύχτα σε ζητώ…». Χάσικο έλεγαν τότε τον εκλεκτής ποιότητας λευκό άρτο.
