Διακομματική ομάδα Βρετανών βουλευτών ανακοίνωσε την προσφυγή της στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς εκτιμά ότι η κυβέρνηση της χώρας απέτυχε να διερευνήσει «τις προσπάθειες της Ρωσίας να αναμιχθεί στις βρετανικές εκλογές».
Αιτία, η άρνηση της βρετανικής κυβέρνησης να διατάξει τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με τα πορίσματα έκθεσης για τη Ρωσία που συνέταξε η Επιτροπή Πληροφοριών και Ασφάλειας (ISC) της Βρετανίας τον Ιούλιο του 2020 και η οποία περιείχε αξιόπιστα στοιχεία για προσπάθειες από τη Ρωσία να παρέμβει εκλογικές διαδικασίες του Ηνωμένου Βασιλείου.
Στην ομάδα των βουλευτών περιλαμβάνονται βουλευτές των Εργατικών, του Εθνικού Κόμματος της Σκοτίας, των Φιλελεύθερων Δημοκρατών, των Πρασίνων και πρώην βουλευτής των Τόρις. Ισχυρίζονται ότι η βρετανική κυβέρνηση παραβιάζει το άρθρο 3 του πρώτου πρωτοκόλλου της ευρωπαϊκής σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, το οποίο απαιτεί τακτικές, ελεύθερες, μυστικές εκλογές για να «διασφαλιστεί η ελεύθερη έκφραση της γνώμης του λαού».
Σύμφωνα με τη βουλευτή των Πρασίνων, Καρολάιν Λούκας, «την ώρα που ο Πρόεδρος Πούτιν διεξάγει έναν πόλεμο τρόμου στον ουκρανικό λαό, διεξάγει έναν άλλο πόλεμο στις ίδιες τις αρχές της δημοκρατίας. Η έκθεση για τη Ρωσία είναι ξεκάθαρη ότι υπάρχουν αξιόπιστες αποδείξεις για ρωσική παρέμβαση στην εκλογική διαδικασία του Ηνωμένου Βασιλείου – και ωστόσο η κυβέρνησή μας αρνείται σταθερά να διερευνήσει αυτά τα σοβαρά συμπεράσματα».
Η έκθεση της ISC χαρακτήριζε τη ρωσική παρέμβαση στο Ηνωμένο Βασίλειο «το νέο φυσιολογικό» και ανέφερε αξιόπιστες προσπάθειες παρέμβασης στις εκλογικές διαδικασίες του Ηνωμένου Βασιλείου τουλάχιστον από τη στιγμή του δημοψηφίσματος για έξοδο της χώρας από την Ε.Ε. το 2016 (Brexit). Και ζητούσε έρευνα και ένα ενημερωμένο νομικό και θεσμικό πλαίσιο για την προστασία αυτών των διαδικασιών από ξένες παρεμβάσεις.
Η έκθεση για τη Ρωσία διαπίστωνε επίσης ότι η βρετανική κυβέρνηση και οι υπηρεσίες πληροφοριών απέτυχαν να προβούν σε καμία σωστή αξιολόγηση των προσπαθειών του Κρεμλίνου να παρέμβουν στο δημοψήφισμα του 2016 για το Brexit. Ανέφερε ότι η κυβέρνηση «δεν είχε δει ούτε αναζήτησε αποδείξεις επιτυχούς παρέμβασης στις δημοκρατικές διαδικασίες του Ηνωμένου Βασιλείου» εκείνη την εποχή, και κατέστησε σαφές ότι δεν έγινε καμία σοβαρή προσπάθεια για να γίνει κάτι τέτοιο.
