ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Τάσος Τσακίρογλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία, η «ευθυγράμμιση» των διανοουμένων με το χιτλερικό καθεστώς, το Ολοκαύτωμα, οι αιτίες του, οι πρωταγωνιστές του, αλλά και η δίκη του ναζιστή Άιχμαν, συνταγματάρχη των Ες-Ες και υπεύθυνου για τους θανάτους εκατοντάδων χιλιάδων Εβραίων στο Άουσβιτς, είναι τα θέματα που αποτυπώνονται στο βιβλίο «Χάνα Άρεντ: τρεις συζητήσεις», που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες από τις καλές εκδόσεις «Μάγμα», σε μετάφραση του Γιώργου Στεφανίδη, συνοδευόμενο από ένα διαφωτιστικό επίμετρο του Δημήτρη Μαρκόπουλου.

Πρόκειται για τρεις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές συνεντεύξεις –δύο το 1964 και μία το 1973– της Άρεντ για τη γερμανική και γαλλική τηλεόραση. Η εξέχουσα φιλόσοφος, αν και η ίδια απορρίπτει αυτόν τον τίτλο, σε αυτές τις «συζητήσεις» ξεδιπλώνει όλες τις απόψεις της, αποκαλύπτοντας εξαιρετική οξυδέρκεια και πολιτική αντίληψη, αλλά και διανοητική εντιμότητα, παρά τους όποιους εξωραϊσμούς σε ορισμένα θέματα.

Με ζωντανή γλώσσα –εξαιτίας και του προφορικού λόγου– η Άρεντ απαντά διεξοδικά στην κριτική που δέχτηκε σχετικά με την ανάλυσή της για τον Άιχμαν, αλλά και για το ότι καταλόγισε στα Εβραϊκά Συμβούλια ότι έμειναν ουσιαστικά απαθή μπροστά στη ναζιστική παλίρροια, χωρίς να προβάλουν αντίσταση.

Όσον αφορά τον πρώτο, η Άρεντ τον χαρακτηρίζει «παλιάτσο» και αλλού λέει ότι ήταν «εξοργιστικά ηλίθιος». Όχι όμως από άποψη νοητική, αλλά κοινωνικού κομφορμισμού. «Ο Άιχμαν ήθελε απλώς να συμπράξει, ήθελε να ακολουθήσει το ρεύμα. Η θέληση να συμπράξει αρκούσε για να καταστήσει δυνατά τα στυγερότερα εγκλήματα», λέει. Τον περιγράφει σαν ένα γρανάζι σε μια ναζιστική γραφειοκρατική μεγαμηχανή. Όχι για να τον αθωώσει, αλλά για να τονίσει τη σημασία του για τη λειτουργία της μηχανής. Αποτελεί ένα αναγκαίο και πολύτιμο γρανάζι. Οι βολές για τους Γερμανούς είναι σαφείς: η δική τους ανοχή και, τελικά, συνενοχή οδήγησε στην Τελική Λύση.

Χωρίς αυτήν δε θα μπορούσε να υλοποιηθεί ένα τέτοιο κολοσσιαίο σχέδιο. Κάνει λόγο για μια «εξιδανίκευση της υπακοής» και, κατά συνέπεια, την αποποίηση της όποιας ατομικής ευθύνης, στάση που υιοθετεί και ο Άιχμαν στη δίκη του στην Ιερουσαλήμ.

Όσον αφορά τους Εβραίους, εξηγεί ότι δεν αναφέρεται στον λαό, αλλά στην ηγεσία του, η οποία εκπροσωπούνταν από τα Εβραϊκά Συμβούλια.

Η σημαντικότερη έκπτωση που γίνεται από μεριάς της είναι όταν αναφέρεται στον Μάρτιν Χάιντεγκερ, μέντορα και εραστή της, όπου προσπαθεί να βρει δικαιολογίες για την απόλυτη προσχώρησή του στον ναζισμό.

Το βασικό της πλεονέκτημα είναι η περιγραφή του ολοκληρωτισμού και η ερμηνεία των αποτελεσμάτων του. Όμως ένα από τα βασικά ελλείμματά της είναι η αδυναμία της να εξηγήσει γιατί οι ολοκληρωτικές ιδεολογίες θριάμβευσαν στον Μεσοπόλεμο. «Η Άρεντ δεν κατάφερε να κατανοήσει την ταξική δυναμική των κοινωνιών που γέννησαν τόσο τον φασισμό όσο και τον κομμουνισμό…Η ιδέα που λείπει από τη σκέψη της Άρεντ είναι οι τάξεις», γράφει ο Πολ Μέισον στο κεφάλαιο «Δεν αρκεί να διαβάζουμε την Άρεντ», από το βιβλίο του «Καθαρό λαμπρό μέλλον: μια ριζοσπαστική υπεράσπιση του ανθρώπινου είδους» (εκδόσεις Καστανιώτη).

Παρ’ όλα αυτά, οι «Τρεις συζητήσεις» αξίζει να διαβαστούν γιατί ξεδιπλώνουν το μεγαλείο, τις αντιφάσεις και τα μειονεκτήματα της σκέψης της μέσα σε μόλις 120 σελίδες, γεμάτες ειλικρίνεια, ανιδιοτέλεια και πνεύμα απολογισμού, μόλις λίγα χρόνια μετά τη χειρότερη εκδήλωση βαρβαρότητας στην ιστορία του ανθρώπινου είδους.