Με την κατάθεση στο Κοινοβούλιο του νέου νομοσχεδίου του υπουργού Εργασίας, δίνεται συνέχεια στην ανεξάντλητη σειρά των πειραματικών, άστοχων και αντικοινωνικών νομοθετικών παρεμβάσεων του κ. Χατζηδάκη. Αναφέρομαι ειδικότερα στο άρθρο 32 του νέου νομοσχεδίου, με το οποίο καταργείται το Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού (ΕΙΕΑΔ).
Η πρώτη παρατήρηση, που έχει όχι μόνο συμβολικό αλλά και ουσιαστικό χαρακτήρα, είναι ότι το καταργούμενο σήμερα ΕΙΕΑΔ όχι μόνο λειτουργεί από το 1993 ως Εθνικό Ινστιτούτο Εργασίας, αλλά και είχε ιδρυθεί από τον πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, σύμφωνα με εισήγηση του τότε οραματιστή υπουργού Εργασίας Αριστ. Καλαντζάκου.
Τη «λεπτομέρεια» αυτή δεν την ήξερε ο σημερινός πρωθυπουργός; Δεν τον ενημέρωσε κανείς; Ή τη γνώριζε αλλά την αγνόησε; Τόση εμπιστοσύνη εξακολουθεί να δείχνει απέναντι στις επιλογές του κ. Χατζηδάκη;
Η δεύτερη όμως και βέβαια σημαντικότερη παρατήρηση προκύπτει από την ανάγκη ίδρυσης και λειτουργίας αυτού του οργανισμού, όπως η ανάγκη αυτή (και η σκοπιμότητα της ίδρυσής του) καταγράφεται ρητώς στο άρθρο 2 του ιδρυτικού του νόμου (Ν. 2150/1993, ΦΕΚ Α 98/16.6.1993): «Σκοποί του ΕΙΕ είναι: α) Η μελέτη και η έρευνα της εργασίας ως μέσου βιοπορισμού και ως συντελεστή της παραγωγής και της κοινωνικής προόδου. β) Η μελέτη και η έρευνα της ελληνικής αγοράς εργασίας… Ειδικότερα η μελέτη και η έρευνα της προσφοράς και ζήτησης επαγγελμάτων και ειδικοτήτων, σύμφωνα με τις μεσομακροπρόθεσμες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας κ.λπ.».
Στη διαδρομή των ετών που ακολούθησαν την ίδρυσή του, έπειτα από διαδοχικές νομοθετικές τροποποιήσεις και αλλαγές στην ονομασία και τη νομική μορφή του (από ΝΠΙΔ μετατράπηκε σε Α.Ε. αλλά εν συνεχεία επανήλθε στη νομική μορφή του ΝΠΙΔ), το ΕΙΕ έφτασε στη σημερινή του ονομασία και νομική μορφή.
Ομως, ο βασικός του προορισμός της έγκαιρης και αξιόπιστης μέτρησης των μεσομακροπρόθεσμων αναγκών της ελληνικής αγοράς εργασίας σε συγκεκριμένες εργασιακές δεξιότητες, και μάλιστα όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά και κατά περιφερειακή ενότητα, έχει παραμείνει αναλλοίωτος.
Επισημαίνω, μάλιστα, την πανηγυρική επανεπιβεβαίωση του προορισμού αυτού του ΕΙΕΑΔ με το άρθρο 85 του Ν. 4368/2016 – ΦΕΚ Α/21.2.2016, κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, υπουργός Εργασίας Γ. Κατρούγκαλος, υφυπουργός Εργασίας Ο. Αντωνοπούλου.
Με τη διάταξη αυτή του άρθρου 85 «συστήνεται μηχανισμός διάγνωσης των αναγκών της αγοράς εργασίας» και ανατίθεται η λειτουργία του μηχανισμού αυτού στο ΕΙΕΑΔ.
Εχει σημασία η σαφέστατη διευκρίνιση του άρθρου 85 του ως άνω νόμου που έχει ως εξής: «Η διάγνωση αναγκών της αγοράς εργασίας συνίσταται στον προσδιορισμό της προσφοράς και ζήτησης της εργασίας σε επαγγέλματα και δεξιότητες, ικανότητες, γνώσεις, σε εθνικό, περιφερειακό και κλαδικό επίπεδο, ως έχουν και όπως τείνουν να εξελιχθούν στο μέλλον και στον εντοπισμό των ενδεχόμενων αναντιστοιχιών μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας».
Είναι προφανές ότι οι στοχεύσεις και η αναγκαιότητα της λειτουργίας του ΕΙΕΑΔ έχουν αυταπόδεικτο εθνικό χαρακτήρα. Δεν νοείται αποκήρυξη των επιδιώξεων της αντιστοίχισης των προσφερόμενων εργασιακών ειδικοτήτων στις αντίστοιχες πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Με αυτό το πρίσμα θεώρησης της νομοθετικής αυτής επιλογής και πρωτοβουλίας του υπουργού Εργασίας, η κατάργηση του ΕΙΕΑΔ που συνεπιφέρει και αποκήρυξη της διάγνωσης των πραγματικών αναγκών της αγοράς εργασίας (όχι μόνον ως μέσου βιοπορισμού αλλά και ως παραγωγικού συντελεστή, κατά την προσφυή διατύπωση του νόμου 2150/1993), αποτελεί οιονεί εγκληματική παρέμβαση που αναμένεται να έχει σοβαρές συνέπειες στην ελληνική οικονομία και στην αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης της αγοράς εργασίας.
Στις επισημάνσεις μου να προσθέσω ότι οποιοσδήποτε πιθανός ισχυρισμός του υπουργού Εργασίας ότι τη διάγνωση των αναγκών της αγοράς εργασίας θα επιδιώξει το υπουργείο Εργασίας, απλώς θα αποδεικνύει ότι ο σημερινός υπουργός Εργασίας αδυνατεί να κατανοήσει αυτό που από το 1993 είχε κατανοήσει ο τότε υπουργός Εργασίας (αλλά και ο τότε πρωθυπουργός, πατέρας του σημερινού πρωθυπουργού, όπως και το σύνολο όλων των μετέπειτα υπουργών Εργασίας και πρωθυπουργών), ότι δηλαδή μόνο ένας οργανισμός ΝΠΙΔ, απαλλαγμένος από γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και αδυναμίες, μπορεί να πραγματοποιήσει, αποφασιστικά και αξιόπιστα, αυτές τις μελέτες και μετρήσεις.
Αλλά και αν ακόμη ο υπουργός ισχυριστεί ότι πιθανώς το ΕΙΕΑΔ δεν ανταποκρίθηκε πάντα με επιτυχία στις καταστατικές του υποχρεώσεις και στην έγκαιρη διάγνωση των αναγκών της αγοράς εργασίας, ένας παρόμοιος ισχυρισμός δεν αναιρεί, βέβαια, την ανάγκη βελτίωσης της κατάστασης και δεν επιτρέπεται να οδηγεί στην αποκήρυξη και κατάργηση του μηχανισμού διάγνωσης των αναγκών της αγοράς εργασίας, αλλά αντιθέτως επιβάλλει την άμεση λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση του οργανισμού στις ιδρυτικές του αναγκαιότητες. Παρέμβαση βελτίωσης χρειάζεται, όχι κατάργηση,
Και μια σημείωση για τον υπουργό Εργασίας. Ο κ. Χατζηδάκης αισθάνεται ασφαλής στην υπουργική του καρέκλα, ως πολιτικό παιδί του κομματικού σωλήνα της οικογένειας Μητσοτάκη. Ακόμη, μένει αδιάφορος για τη συρρίκνωση της προσωπικής του απήχησης σε μεγάλες κοινωνικές ομάδες (κυρίως στη μισθωτή εργασία), αφού αντιλαμβάνεται ότι η συρρίκνωση αυτή αντισταθμίζεται, σε προσωπικό επίπεδο, από τη συσπείρωση στο εκλογικό του ψηφοδέλτιο άλλων κοινωνικών ομάδων (της μεγάλης και της μεσαίας εργοδοσίας που έχει ευεργετηθεί από τις επιλογές του κ. Χατζηδάκη).
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο λογαριασμός των αλλεπάλληλων πειραματικών, άστοχων και αντικοινωνικών επιλογών του υπουργού Εργασίας θα μείνει απλήρωτος. Αντιθέτως, τον λογαριασμό θα κληθούν να πληρώσουν, στις επόμενες εκλογές, ο κ. Μητσοτάκης, η κυβέρνηση και η Ν.Δ., στους οποίους και θα γίνει ο πολιτικός καταλογισμός των επιλογών του υπουργού Εργασίας, ως τελικώς υπευθύνων για τις επιλογές αυτές.
*Πρώην γ.γ. υπουργείου Εργασίας, πρώην πρόεδρος Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος ΕΙΕΑΔ.
