Ηδη από την παραμονή των σημερινών κρίσιμων συνόδων κορυφής του ΝΑΤΟ, της Ε.Ε. και των G7 στις Βρυξέλλες -η πρώτη εξ αυτών με παρέμβαση μέσω βιντεοκλήσης του Ουκρανού προέδρου Ζελένσκι και με το βλέμμα απάντων των συμμετεχόντων στραμμένο ανήσυχα στη Ρωσία αλλά και στην Κίνα- το νέο ψυχροπολεμικό τοπίο σκιαγραφούνταν όλο και πιο ξεκάθαρα με άξονα τα ουκρανικά εδάφη.
Καθώς η ρωσική εισβολή συμπληρώνει έναν μήνα, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Μόσχας και Κιέβου καρκινοβατούν και η Ρωσία δημιουργεί νέα τετελεσμένα επί του εδάφους (και δη στον ουκρανικό Νότο), οι τόνοι της λεκτικής αντιπαράθεσης ανέβηκαν έτι περαιτέρω χθες μεταξύ Δύσης και Ρωσίας.
Το αμερικανικό Πεντάγωνο και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ, έσπευσαν να καταδικάσουν τις δηλώσεις του εκπροσώπου του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, στο CNN ότι η Μόσχα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα πυρηνικά όπλα της σε περίπτωση «υπαρξιακής απειλής». Κάτι που κατά τα λοιπά προβλέπεται από το 2020 στο αναθεωρημένο αμυντικό δόγμα της Ρωσίας, συμπεριλαμβάνοντας επιθέσεις εναντίον της με συμβατικά όπλα.
Ο (σε δημοσκοπική πτώση) Αμερικανός πρόεδρος Μπάιντεν επέμεινε, αναχωρώντας για την Ευρώπη, ότι ο κίνδυνος χρήσης χημικών ή βιολογικών όπλων από τους Ρώσους στην Ουκρανία είναι «πραγματική απειλή», ενόσω επιδιώκει συσπείρωση των Ευρωπαίων συμμάχων σε μια ενιαία σκληρή στάση και έναντι της Κίνας (εν όψει της σινο-ευρωπαϊκής τηλεδιάσκεψης κορυφής την 1η Απριλίου).
Διά του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, δε, οι ΗΠΑ (που για ιδίους και προφανείς λόγους δεν έχουν αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου) ανακοίνωσαν ότι στοιχειοθέτησαν με δική τους έρευνα τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου στην Ουκρανία από τις ρωσικές δυνάμεις.
Την ίδια ώρα, σε αντίποινα για την απέλαση από τις ΗΠΑ 12 μελών της ρωσικής διπλωματικής αποστολής στον ΟΗΕ, η Μόσχα ανακοίνωσε απελάσεις Αμερικανών διπλωματών. Ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν ανακοίνωσε ότι εφεξής οι πωλήσεις φυσικού αερίου θα γίνονται σε «μη φιλικές χώρες» σε ρούβλια (τουτέστιν και στην Ε.Ε.). Και ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας, Σεργκέι Λαβρόφ, κατακεραύνωνε τους Ευρωπαίους ως «αναξιόπιστους εταίρους» που έχουν πια «πλήρως προσδεθεί στο άρμα του ΝΑΤΟ, δηλαδή των ΗΠΑ».
Προανήγγειλε μάλιστα αποσύνδεση της Μόσχας από τη Δύση. «Θα γίνουμε ισχυρότεροι», διακήρυξε, «με τη βοήθεια της Ευρασιατικής Οικονομικής Ενωσης, του Οργανισμού Συνεργασίας της Σανγκάης και των BRICS [Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Ν. Αφρική] και άλλων μηχανισμών».
Τούτων λεχθέντων, η Μόσχα διαμήνυσε ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν σκοπεύει να παραστεί στη σύνοδο κορυφής των G20 στην Ινδονησία, τον Οκτώβριο, κόντρα στις δυτικές ζυμώσεις για εκδίωξη της Μόσχας και από αυτή την ομάδα (έπειτα από τους G7 μετά τη ρωσική προσάρτηση της Κριμαίας). Θέμα που έχει ήδη εγείρει η Πολωνία (ανακοινώνοντας χθες και την απέλαση 45 Ρώσων διπλωματών για κατασκοπία), αλλά η Κίνα αντιτάχθηκε σαφώς.
Ανάλογες μεθοδεύσεις φέρονται να γίνονται ακόμη και για το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, την αποτελεσματικότητα του οποίου -με την παρούσα σύνθεσή του τουλάχιστον- αμφισβήτησε εν νέου χθες ο Ουκρανός πρόεδρος Ζελένσκι μιλώντας μέσω βιντεοκλήσης στην ιαπωνική Βουλή. «Ούτε τα Ηνωμένα Εθνη, ούτε το Συμβούλιο Ασφαλείας έχουν λειτουργήσει. Χρειάζονται μεταρρυθμίσεις» τόνισε. Και ζήτησε από το Τόκιο να επιβάλει εμπορικό εμπάργκο στη Μόσχα.
Αντίστοιχο αίτημα απηύθυνε και στη γαλλική Βουλή, και πάλι μέσω βιντεοκλήσης, αυτή τη φορά επικαλούμενος σημειολογικά (ως συνηθίζει ανάλογα με το ακροατήριό του) το σύνθημα που κρατά από τη Γαλλική Επανάσταση για «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη».
Λίγη ώρα αργότερα ο Ουκρανός ΥΠΕΞ, Ντμίτρο Κουλέμπα, καλούσε με ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σε μποϊκοτάζ της Renault γιατί δεν είχε ακόμα αποχωρήσει από τη ρωσική αγορά, κάτι που η γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία έκανε τελικά αργά χθες…
Στη Μόσχα εν τω μεταξύ είχαν αρχίσει να γίνονται όλο και πιο ορατά τα σημάδια μιας ευρύτερης κρίσης. Ο Σεργκέι Λαβρόφ παραδέχτηκε χθες ότι η χώρα του δεν ανέμενε αυτό το εύρος των δυτικών κυρώσεων, χαρακτηρίζοντας το «πάγωμα» περίπου 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων από τα αποθεματικά της ρωσικής Κεντρικής Τράπεζας στο εξωτερικό «κλοπή».
Εν μέσω ενός οργίου φημών στα δυτικά ΜΜΕ για εκκαθαρίσεις στις τάξεις των ρωσικών υπηρεσιών πληροφοριών και για τα δημοσίως «άφαντα» εδώ και μέρες στελέχη της ρωσικής κυβέρνησης, με πρώτο τον Ρώσο υπουργό Αμυνας, Σεργκέι Σοϊγκού, χθες επιβεβαιώθηκε η παραίτηση του Ανατόλι Τσουμπάις: «αρχιτέκτονα» του μετα-σοβιετικού καπιταλισμού και των αθρόων ιδιωτικοποιήσεων (που «γέννησαν» τους Ρώσους ολιγάρχες), μέχρι χθες Ειδικού Απεσταλμένου του προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας για τις Σχέσεις με Διεθνείς Οργανισμούς και τώρα φερόμενου από ΜΜΕ ως φυγά στην Τουρκία.
Μέσα σε αυτό το κλίμα η πιο σημαντική χθεσινή τοποθέτηση ήταν αυτή του Ντμίτρι Μεντβέντεφ, πρώην προέδρου και πρωθυπουργού της Ρωσίας, σήμερα αντιπροέδρου του ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας.
Οι ΗΠΑ, ανέφερε σε ανάρτηση στο Telegram, συνωμότησαν για να καταστρέψουν τη Ρωσία στο πλαίσιο ενός «ξεπερασμένου παιχνιδιού» μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991. Το Κρεμλίνο δεν θα το επιτρέψει, τόνισε. Σε διαφορετική περίπτωση, προειδοποίησε, η κατάρρευση της Ρωσίας θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ασταθή ηγεσία στη Μόσχα «με έναν μέγιστο αριθμό πυρηνικών όπλων που θα σημαδεύουν στόχους στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη» και με πέντε ή έξι χώρες με πυρηνικά όπλα σε όλη την περιοχή της Ευρασίας υπό την ηγεσία «τρελαμένων, φανατικών και ακραίων».
«Είναι αυτή μια δυστοπία ή κάποια τρελή μελλοντολογική πρόβλεψη;» αναρωτήθηκε ο Μεντβέντεφ. «Είναι Pulp fiction; Οχι…».
