Λεφτά υπάρχουν. Αυτό είναι το πρώτο σκέλος του μηνύματος που έστειλαν χθες από το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών οι πρόεδροι των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, σε συζήτηση με θέμα «Ο χρηματοοικονομικός τομέας σε μετάβαση και ανάπτυξη».
Το δεύτερο, λιγότερο αισιόδοξο σκέλος, είναι ότι δεν υπάρχει ικανός αριθμός επενδυτικών σχεδίων για να απορροφήσει τους πόρους, καθώς η στρόφιγγα των χρηματοδοτήσεων έχει μεν ανοίξει, αλλά σκοντάφτει στον τεράστιο αριθμό των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Ο πρόεδρος του Δ.Σ. της Eurobank Γιώργος Ζαννιάς τόνισε ότι «υπάρχουν τεράστιοι διαθέσιμοι πόροι, αλλά δεν μπορούμε να δανείσουμε όσους είναι “κόκκινοι”, γιατί αν δίνουμε άκριτα χρήματα και όχι στοχευμένα, θα καταλήξουμε πάλι στα μνημόνια». Στο ίδιο ακριβώς κλίμα ο πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, Γιώργος Χατζηνικολάου, επέμεινε ότι «δεν υπάρχει θέμα χρηματοδότησης, αλλά θέμα επενδύσεων» και ότι απορρίπτονται επενδυτικά σχέδια ή γιατί δεν είναι βιώσιμα ή γιατί πολλοί από τους αιτούντες δεν μπορούν να πάρουν χρηματοδότηση λόγω “κόκκινων” δανείων».
Στην ανάγκη μεταρρυθμίσεων και «διατήρησης της κουλτούρας των πληρωμών» στάθηκε ο πρόεδρος της Alpha Bank, Βασίλειος Ράπανος, τονίζοντας ότι «η κυβέρνηση πρέπει να ενισχύσει πολίτες και επιχειρήσεις, χωρίς όμως να υποσκάψει τη δημοσιονομική σταθερότητα».
Ο πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, Γκίκας Χαρδούβελης, προέβλεψε «15ετία ανάπτυξης», με την προϋπόθεση ότι θα συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις, θα αυξηθούν σταδιακά οι μισθοί και θα δημιουργηθεί «κουμπαράς για τους νέους». Είπε ότι το χρέος μεν μεγάλωσε, όπως έγινε σε όλες τις χώρες τη διάρκεια της πανδημίας, αλλά «είναι βιώσιμο, επειδή καταφέραμε και το κλειδώσαμε με πολύ χαμηλά επιτόκια», και ότι όσο η οικονομία πάει καλά, τα δάνεια θα μεγαλώνουν.
Διαχειρίσιμο χαρακτήρισε το ελληνικό χρέος και ο Ευρωπαίος επίτροπος Οικονομικών Paolo Gentiloni, εκτιμώντας ωστόσο ότι η Ελλάδα δεν έχει φτάσει ακόμα στο επίπεδο για να αποκτήσει επενδυτική βαθμίδα. Απαντώντας σε ερώτηση του δημοσιογράφου της ΕΡΤ, Γ. Παπαγεωργίου, είπε ότι η Ελλάδα πρέπει να διατηρήσει το μομέντουμ για μεταρρυθμίσεις και ανάπτυξη και ότι η απόφαση για το αν θα αρθεί η ενισχυμένη εποπτεία της ελληνικής οικονομίας θα παρθεί τον Ιούνιο.
Παραδέχτηκε ότι η ανάπτυξη της ευρωπαϊκής οικονομίας θα κυμανθεί σε χαμηλότερα επίπεδα από τις αρχικές εκτιμήσεις και ότι τον Μάιο θα γίνει επανεκτίμηση, ενώ είπε ότι οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία εξαρτώνται από τη διάρκεια που θα έχει η σύγκρουση, τη δυνατότητα κυρώσεων στη Ρωσία στο θέμα της ενέργειας και την εξέλιξη του πληθωρισμού.
