Ο πόλεμος στην Ουκρανία τρομάζει και ανησυχεί τους Ιταλούς, όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα των τελευταίων δημοσκοπικών ερευνών. Ειδικότερα, το στατιστικό Ινστιτούτο Ipsos μας πληροφόρησε πως το 27% των Ιταλών θεωρεί ότι η πολεμική αυτή σύρραξη θα ξεπεράσει τα σύνορα της Ουκρανίας και ότι ένας στους δύο ερωτηθέντες ανησυχεί για τις οικονομικές συνέπειες του πολέμου.
Το ποσοστό των Ιταλών το οποίο στηρίζει τις οικονομικές κυρώσεις κατά της Μόσχας περιορίζεται στο 52%, ενώ το 19% «έχει την εντύπωση ότι αυξάνονται οι πολίτες που έχουν πάρει το μέρος της Ρωσίας». Το μεγαλύτερο μέρος του στατιστικού δείγματος, τέλος, εκτιμά ότι ο πιο ισχυρός παίκτης, στην προσπάθεια προώθησης μιας διπλωματικής πρωτοβουλίας με στόχο την επίτευξη της ειρήνης, παραμένει η Τουρκία.
Παράλληλα, η γνωστή δημοσκόπος Αλεσάντρα Γκιζλέρι (την οποία εμπιστεύεται ο Μπερλουσκόνι) σε αναλυτική συνέντευξή της εξήγησε ότι «για πρώτη φορά οι Ιταλοί βρίσκονται αντιμέτωποι με μια σαφή επιλογή: ή να υπερασπιστούν τον αγώνα της Ουκρανίας για την ελευθερία ή να προστατέψουν την οικονομική τους κατάσταση». Παρατηρεί, επίσης, ότι «ενώ καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο η ελευθερία σήμαινε περισσότερη ευημερία, σήμερα η ευρύτερη έννοια των δύο αυτών λέξεων απέχει σημαντικά».
Η Γκιζλέρι, υπεύθυνη της δημοσκοπικής εταιρείας Euromedia Research, μιλώντας στην ιταλική εφημερίδα Il Fatto Quotidiano, παρατήρησε ότι οι συμπατριώτες της είναι μεν διατεθειμένοι να κάνουν κάποιες θυσίες, αλλά περιορισμένης διάρκειας. Θέλουν, δε, να αποφύγουν την περαιτέρω όξυνση των σχέσεων με τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Αν μη τι άλλο, επειδή τον θεωρούν ικανό σχεδόν για τα πάντα.
Τις προάλλες, ο Μάριο Ντράγκι είπε στους Ιταλούς ότι πρέπει να διαλέξουν ανάμεσα στην ελευθερία της Ουκρανίας και της χρήσης του κλιματιστικού τους. Πολλοί σχολιαστές, όμως, υπογράμμισαν αμέσως ότι το θέμα, δυστυχώς, δεν είναι τόσο απλό. Διότι μετά από δύο χρόνια πανδημίας κορονοϊού, οι πολίτες θέλουν να βγουν από την κοινωνική και οικονομική κρίση που προέκυψε και να μην αντιμετωπίσουν νέα, συνεχή προβλήματα. Το κύριο ζητούμενο, φυσικά, είναι να διατηρηθούν οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας.
Ο Ντράγκι το γνωρίζει καλά και μόλις υπέγραψε συμφωνία για επιπλέον παροχή φυσικού αερίου από την Αλγερία. Η Ιταλία προσπαθεί να αντικαταστήσει το ρωσικό αέριο και με νέες εισαγωγές από το Κατάρ, το Αζερμπαϊτζάν, την Αγκόλα, τη Μοζαμβίκη και το Κονγκό. Η αύξηση, όμως, της τιμής του φυσικού αερίου με τον τρόπο αυτό μπορεί να περιοριστεί, αλλά είναι σχεδόν αδύνατον να μηδενιστεί.
Και το θέμα, βέβαια, δεν είναι να αγοράσουμε βεντάλιες για το καλοκαίρι, αλλά να καταλάβουμε πώς θα μπορέσουν να δουλέψουν οι επιχειρήσεις και να περιοριστεί η μείωση των προοπτικών ανάπτυξης. Σύμφωνα με τους Ιταλούς βιομηχάνους, το ΑΕΠ της χώρας εξαιτίας των συνεπειών του πολέμου φέτος δεν θα αυξηθεί κατά 4% (όπως ήθελαν οι αρχικές προβλέψεις) αλλά μόνον κατά 1,9%. Και αν δεν σταματήσει γρήγορα η πολεμική αυτή σύγκρουση, οι οικονομολόγοι φοβούνται ότι τα τελικά ποσοστά θα είναι σαφώς χαμηλότερα.
