Πρόκειται για τη μελέτη του νέου αρχαιολογικού μουσείου Ρεθύμνου και τη μελέτη που αφορά στην αποκατάσταση των τειχών του Φρουρίου της Φορτέτζας, των κτηρίων που υπάρχουν εντός του φρουρίου και του περιβάλλοντος χώρου.
Η κ. Μενδώνη, παρουσία του περιφερειάρχη Κρήτης Σταύρου Αρναουτάκη, της αντιπεριφερειάρχη Μαρίας Λιονή και του δημάρχου Ρεθύμνης Γιώργου Μαρινάκη, υπέγραψε τις προγραμματικές συμβάσεις για τα έργα που ήταν αίτημα της τοπικής αυτοδιοίκησης και της Αρχαιολογίας Ρεθύμνου εδώ και πολλά χρόνια.
Η υπουργός χαρακτήρισε τη σημερινή μέρα «μία πολύ σημαντική μέρα διότι ξεκινάμε, έχοντας επιλύσει διάφορα διαδικαστικά θέματα, ένα έργο το οποίο είναι όραμα για την πόλη και θα γίνει σε θέση που θα συμβάλλει καθοριστικά στην ανάπλαση και τη δυναμική μιας ευρύτερης περιοχής».
Σύμφωνα με την υπουργό, «όλα όσα κάνουμε σήμερα είχαν σχεδιαστεί χρόνια πριν κι αν δεν είχε γίνει κυβερνητική αλλαγή το 2015 θα είχανε προχωρήσει. Τα πάντα ήταν έτοιμα ακόμα και τα σχέδια των προγραμματικών συμβάσεων. Σημασία όμως έχει, ότι το Ρέθυμνο είναι η μόνη πρωτεύουσα της Κρήτης που δεν έχει ένα αρχαιολογικό μουσείο, αντάξιο της ιστορίας της και το λέω πολύ συνειδητά, διότι η Κρήτη, διαθέτει την τεράστια και διαχρονικά σημαντική ιστορία και πολιτισμό της. Το Ρέθυμνο είναι η μόνη πόλη της Κρήτης που δεν είχε το δικό της μουσείο. Αυτός είναι ο στόχος του υπουργείου πολιτισμού και της αρχαιολογικής υπηρεσίας, ο νομός να αποκτήσει ένα μεγάλο σύγχρονο μουσείο».
Στα επόμενα δύο χρόνια θα είναι έτοιμη η μελέτη του Αρχαιολογικού Μουσείου για να ενταχθεί στη νέα προγραμματική περίοδο με δεδομένο, όπως αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια των υπογραφών, ότι περιφέρεια, τοπική αυτοδιοίκηση και υπουργείο Πολιτισμού θα συνεργαστούν αποτελεσματικά για να προχωρήσει το έργο του Μουσείου.
Σχετικά με τη Φορτέτσα, όπως είπε η υπουργός το οποίο και επισκέφθηκε την Πέμπτη, «το φρούριο είναι ένα εμβληματικό μνημείο για το Ρέθυμνο, είναι ένα από τα εμβληματικά μνημεία και συγκροτήματα μνημειακά της Μεσογείου. Με τις προηγούμενες προγραμματικές συμβάσεις έχει γίνει πολύ καλή δουλειά. Θα γίνουν δύο ακόμη μελέτες για να ενταχθούν τα έργα στην επόμενη προγραμματική περίοδο και η Φορτέτσα θε αποτελέσει τελικά, έναν χώρο πολύ περισσότερο αναβαθμισμένο από αυτόν που είναι σήμερα, που ούτως ή άλλως είναι αναβαθμισμένος και σε πολύ καλή κατάσταση. Σύντομα, όμως θα αποκτήσει μία άλλη δυναμική».
Όπως ανέφερε η κ. Μενδώνη, που επισκέφτηκε και το Τζαμί Σουλτάν Βαλιδέ, ζήτησε από τον δήμαρχο Ρεθύμνης Γιώργου Μαρινάκη, να γίνει απαλλοτρίωση σε παραπλήσιο χώρο στο Τζαμί, ώστε να αναδειχθεί η είσοδος του και το Υπουργείο Πολιτισμού θα αναλάβει να ολοκληρώσει τις απαραίτητες αποκαταστάσεις ώστε να εμφανιστεί και να γίνει αντιληπτή η είσοδος του και ότι εκεί βρίσκεται ένα μνημείο, σημαντικός χώρος πολιτισμού.
Επίσης σημαντικό για την Παλαιά Πόλη είναι, όπως ανέφερε η κ. Μενδώνη, να επιμεληθεί η αρχαιολογική υπηρεσία τη μελέτη για την Πύλη στη Μεγάλη Πόρτα ώστε και το σημείο εκείνο που είναι σημείο εμβληματικό για την πόλη να αποκτήσει μία διαφορετική μορφή. «Στην ουσία θα αποκαταστήσει η αρχαιολογία, την παλαιότερη μορφή της Πύλης, χωρίς να πάμε να αλλάξουμε πράγματα ή να πάμε να χτίσουμε. Πάμε να αποκαταστήσουμε και μέσω της αποκατάστασης να τονιστεί αυτό το εμβληματικό τοπόσημο της πόλης του Ρεθύμνου», ανέφερε η υπουργός δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι: «Αν κάτι έχει να καυχιέται το Ρέθυμνο είναι η παλιά του πόλη, που έχει διατηρηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό. Όμως θα πρέπει να δούμε κάποια πράγματα που θα της δώσουν μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία».
Σχετικά με το κτίριο των φυλακών που ήταν το παλιό Αρχαιολογικό Μουσείο και ανήκει στο Υπουργείο Δικαιοσύνης πρέπει, όπως ανέφερε η υπουργός να βρεθούν λύσεις. «Θα επικοινωνήσω με τον υπουργό Δικαιοσύνης ώστε να βοηθήσουμε όλοι μαζί, να βρεθεί μία λύση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς, διότι είναι κρίμα το κτίριο αυτό στο σημείο που είναι, να παραμένει μία αποθήκη. Είναι ντροπή και το λέω συνειδητά, μέσα στα αστικά κέντρα να υπάρχουν κτίρια που ενώ μπορούν να αξιοποιηθούν τα αφήνουμε αναξιοποίητα. Τα αστικά κέντρα, οι πόλεις είναι αυτές που έχουν υποστεί τις απανωτές κρίσεις που μας έχουν βρει, περισσότερο από την ύπαιθρο. Οφείλουμε λοιπόν να δώσουμε στον αστικό ιστό αλλά και στους πολίτες και στους κατοίκους των πόλεων, κάτι περισσότερο. Ότι περισσότερο μπορούμε να κάνουμε θα το πράξουμε με τη συμβολή της τοπικής αυτοδιοίκησης και της περιφέρειας».
