Tα τελευταία πέντε-έξι χρόνια δεν τις έβλεπα παρά φευγαλέα όταν πήγαινα στο «Μελτέμι», στο καφενείο στην οδό Αγγέλου, στην Παλιά Πόλη. Εως τότε τις καμαρώναμε να τρέχουν με τα ποδηλατάκια τους πάνω-κάτω στο λιμάνι, να ξεφωνίζουν και να χαίρονται. Και να, χθες, μπαίνουν στο σπίτι δύο κοπέλες έως εκεί πάνω, δροσερές και όμορφες -σημειωτέον ότι τη μία εξ αυτών τη θυμόμαστε από όταν ήταν ενός χρόνου [σήμερα γίνεται δεκαοκτώ!]. Μεγάλωσαν με λίγα λόγια μαζί με τον μικρό μου γιο στις διακοπές στα Χανιά, αλλά σπουδές και άλλα τους είχαν απομακρύνει κάπως. Χθες λοιπόν βρεθήκαμε όλοι μαζί και αυτό είναι μια ξεχωριστή στιγμή, για τους νέους κυρίως αλλά και για μας τους ενήλικους, που έχουμε φορτωθεί τον λόγο-χρόνο-πόνο μας και προσπαθούμε να αντέξουμε τη ζήση τούτη.
Γάργαρο το γέλιο των παιδιών [των δύο κοριτσιών και του γιου μου] αλλά ταυτόχρονα σεμνό και διακριτικό. Επιδεικνύουν μια ωριμότητα ενίοτε οι νέοι, εκεί που δεν το περιμένεις -και αναστατώνεσαι βεβαίως, εκπλήσσεσαι ευχάριστα και ανατατικά. Να οι γιορτές, το νόημά τους: η συνύπαρξη ψυχών και σωμάτων, η επανένωση παιδικών αναμνήσεων, στιγμών που ξεφεύγουν από τον έλεγχο πολιτικών δοξασιών και άλλων ανοησιών -σκαρφίσματα όλα της λογικής και της υπακοής [στον γονιό, στον δάσκαλο, στον προϊστάμενο και πάει λέγοντας η ιεραρχία]. Αχ, η νεότης, γιατί να μην υπάρχει ό λ η;
Δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει την έκφραση χαρούμενο πένθος ή ίσως και πένθιμη χαρά, όμως κάτι τέτοιο φτερούγιζε στη μάζωξη της Κυριακής με συμποσιαστές και συμπότες τη σύνευνο του Περικλή, την τόσο οικεία και γλυκιά Μαρία, τον Μήτσο και τη Φαίδρα. Στιγμές με λύπη αλλά και χαρά· αύρες να ορχούνται στον χώρο αλλά και στον λόγο του καθενός, παράγοντας μουσική μυστική -αυτό είτε το πιστεύει κανείς είτε όχι. Απροσδόκητες στιγμές -έτυχαν, απλώς, αλλά κυριάρχησαν μέσα κι έξω μας. Ετσι κάπως θολώνει ο νους και επικαλύπτει τη λύπη και τον οδυρμό της απώλειας. Μικρές στιγμές, αλλά και μεγάλες, όσο μπορεί κανείς να εισέλθει μέσα τους ή να αφήσει τον εαυτό του ελεύθερο να τις υποδεχτεί· συμβαίνουν τέτοια πράγματα στη φτωχή πραγματικότητα. Τα κορίτσια από τα Χανιά, η Ελενίτσα και η Ιουλία, ίσως δεν κατάλαβαν το μέγεθος της επίσκεψής τους, αν και το βλέμμα τους έδειχνε ότι κ ά τ ι έκαναν εκεί [εδώ] που ήλθαν, που τους ξεπερνούσε. Ετσι γίνεται με τη μυστική επαφή, με την άφωνη επικοινωνία -οι αρετές, έλεγε ο Νίτσε, είναι χειρονομίες.
Ουδείς βεβαίως εντυπωσιάστηκε από την «εντυπωσιακή» νίκη του Μακρόν στη Γαλλία και τις σπουδαιογέλοιες αναλύσεις των «ειδικών» της (γεω)πολιτικής -σιγά τα λάχανα ή τον πολυέλαιο, μη σπάσει και τι θα κάνουμε μετά, που έλεγε και ο Κολοκοτρώνης [ο εθνικός μας ήρωας, για όσους πιθανώς τον αγνοούν]. Οι φίλοι και τα παιδιά σώζουν την αμηχανία και την οδύνη που επιφέρει η απώλεια αγαπημένων προσώπων. Εχουμε παραδεχτεί ότι οι γιορτές συνέχουν και ανυψώνουν -δεν επικαλύπτουν τον πόνο, απλώς είναι οι στιγμές τους κάπως λυτρωτικές.
