Η σεισμική δόνηση ισχύος 4,3 μονάδων της κλίμακας Ρίχτερ που σημειώθηκε τα ξημερώματα της Κυριακής στην περιοχή της Θήβας είναι η πέμπτη (παρόμοιας έντασης) από το 2020, όταν ξεκίνησε μια πυκνή σεισμική ακολουθία στην περιοχή.
Ο διευθυντής του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Αθηνών, καθηγητής Άκης Τσελέντης, με μια ανάρτησή του στον προσωπικό του λογαριασμό στο FB, αναφέρεται στην εξέλιξη και τα χαρακτηριστικά του φαινομένου.
Αρχικά, αναφέρει πως η σεισμική δράση συσχετίζεται με δύο ρήγματα, που είναι στις τεκτονικές δομές του ρήγματος Υλίκης και ρήγματος Καλλιθέας (Ανατολικά) και προσθέτει πως οι σεισμολόγοι δεν εντοπίζουν προς το παρόν μετατόπιση της σεισμικότητας προς άλλα μεγάλα ρήγματα της ευρύτερης περιοχής.
Θυμίζει πάντως ότι το ρήγμα της Καλλιθέας το 1914 είχε «δώσει» ένα κάπως ισχυρό σεισμό (εκείνη την εποχή δεν υπήρχε καμία ακρίβεια στον υπολογισμό των επικέντρων και των μεγεθών) που είχε προκαλέσει σημαντικές καταστροφές στη Θήβα.
Σχετικά με την περιοχή (Θήβα) επισημαίνει πως «έχει γενικά άσχημη δόμηση και μεγάλο μέρος της πόλης είναι κτισμένο πάνω σε χαλαρούς σχηματισμούς», κάτι που μπορεί να οδηγήσει «ένα μεσαίου μεγέθους σεισμός, της τάξης του 5, να προκαλέσει σημαντικές αστοχίες στα κτίρια».
Με αυτά τα δεδομένα θεωρεί απαραίτητο να γίνει «μία πρώτη αποτύπωση των ευάλωτων αυτών κτιρίων από τις τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου ή αν δεν υπάρχει προσωπικό να αναθέσει το έργο στο τοπικό τεχνικό επιμελητήριο» και συστήνει παράλληλα στους κατοίκους «να ακολουθούν οπωσδήποτε τα γνωστά μέτρα αντισεισμικής προφύλαξης».
