Κάθε πόλεμος και πολεμική επιχείρηση της Ιστορίας λαμβάνει αργά ή γρήγορα κάποιον χαρακτηρισμό: ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ο πόλεμος των χημικών, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ο πόλεμος των φυσικών και ο Πόλεμος κατά της Τρομοκρατίας ήταν ο πόλεμος των ανθρωπολόγων.
Ομως στην Ουκρανία έχουμε κάτι διαφορετικό: ο πρώτος μεγάλης κλίμακας πόλεμος της εποχής μας που δεν συνδέεται με την αντιμετώπιση του ισλαμιστικού εξτρεμισμού κινδυνεύει να περάσει στην Ιστορία ως ο πόλεμος των οικονομολόγων, ένας πόλεμος στον οποίο οι μάχες και η τεράστια ανθρωπιστική τραγωδία των αμάχων χρησιμεύουν ως το φόντο στις κυρώσεις, στις κατασχέσεις των γιοτ των ολιγαρχών, στις ακυρώσεις εμφανίσεων των Μπολσόι και στους ενεργειακούς εκβιασμούς. Η εξήγηση είναι απλή: το αποτέλεσμα στο στρατιωτικό πεδίο είναι γνωστό σχεδόν από την αρχή και αυτό που μένει να φανεί είναι το κόστος για τη νικήτρια στο πολιτικό, επικοινωνιακό και οικονομικό πεδίο μαχών.
Μετά το αρχικό σοκ των πρώτων ημερών έχουμε αρχίσει να αντιμετωπίζουμε ό,τι συμβαίνει σε αυτόν τον παράξενο πόλεμο με απάθεια: τις χειραψίες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μεταξύ των εμπολέμων, τον ηθοποιό-πρόεδρο και τα δραματικά διαγγέλματά του, τον αργό, σχεδόν βασανιστικό, ρυθμό με τον οποίο σφίγγει η ρωσική τανάλια γύρω από τις ουκρανικές πόλεις – έτσι ακριβώς όπως κινείται και η περίφημη οχηματοπομπή των ρωσικών αρμάτων μάχης, πλήρους έκτασης 66 χιλιομέτρων. Ανυπομονούμε να τελειώσει ο πόλεμος γρήγορα και αρχίζουμε να μη δίνουμε σημασία στις λεπτομέρειες, στο τι γίνεται πραγματικά στα πεδία των μαχών, στο τι θέλει να πετύχει ο Πούτιν ή στο ποια θα είναι τελικά η έκβαση του πολέμου. Ανυπομονούμε και έχουμε αρχίσει ήδη να σχεδιάζουμε την επόμενη μέρα, το πώς θα είναι ο κόσμος μετά.
Η ανυπομονησία αυτή δεν έχει σχέση με τη λογική επιθυμία να τελειώσει ο πόλεμος, ο οποιοσδήποτε πόλεμος, πόσο μάλλον ένας πόλεμος στη «γειτονιά μας». Σχετίζεται με δύο στοιχεία που είναι ξεχωριστά στη συγκεκριμένη σύρραξη. Το πρώτο στοιχείο μπορεί να ανακληθεί εύκολα στην επιφάνεια: είναι ο φόβος της επέκτασης του πολέμου σε κάτι τεράστιο που θα συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα.
Το δεύτερο στοιχείο σχετίζεται με κάτι διαφορετικό: με την απέχθεια που προκαλεί ένας πόλεμος δύο «πολιτισμένων» χωρών, δύο ευρωπαϊκών χωρών, με όλους τους περιορισμούς του όρου. Είναι μια αποστροφή που συνδέεται με το ότι δεν μπορούμε εύκολα να προσποιηθούμε πως δεν μας αφορά αυτός ο πόλεμος, ότι είναι κάτι μακριά από εμάς, από τη νοοτροπία μας, από τον κόσμο μας, κάτι που σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο με φανατισμούς, εξτρεμισμούς και ριζοσπαστισμούς, με τη Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία ή την Αφρική. Είναι ένας από αυτούς τους πολέμους «που δεν τους χωράει ο νους» και πρέπει να τελειώσει γρήγορα.
Ομως η πομπή των 66 χιλιομέτρων κινείται αργά. Φαίνεται μάλιστα σαν να μην επιθυμεί να προχωρήσει προς το αναπόφευκτο τέλος. Η ηρωική αντίσταση συνεχίζεται, οι δυτικές κυβερνήσεις μετά βίας κρύβουν την αδημονία τους για την επόμενη μέρα, οι μέρες περνούν με τον φόβο του πυρηνικού ατυχήματος, αλλά οι Ρώσοι είναι οι μόνοι που δεν βιάζονται.
Προσπαθώντας να καταλάβουμε το γιατί, πρέπει (αναγκαστικά) να προσεγγίσουμε τον λόγο που χρησιμοποιούν οι Ρώσοι πολιτικοί ηγέτες σε σχέση με την Ουκρανία, ειδικά δε την εμμονή τόσο του Πούτιν όσο και του Λαβρόφ στην ανάγκη αποναζιστικοποίησης της χώρας. Η αναφορά του Ρώσου προέδρου στις 25 Φεβρουαρίου σε «ναζί ναρκομανείς», όσο περίεργη και να ακούγεται, μπορεί στο ρωσικό υποσυνείδητο να συσχετιστεί ιστορικά με την ανάγκη υπεράσπισης της μεγάλης ρωσικής πατρίδας από δύο μεγάλους κινδύνους που και οι δύο «βρίσκουν», σύμφωνα με τη ρωσική πολιτική ηγεσία, την έκφρασή τους στη σημερινή Ουκρανία: την προσπάθεια αρπαγής ρωσικών εδαφών (το ναζιστικό – φασιστικό στοιχείο) και τη δυτική διαφθορά. Τόσο ο Ρώσος πρόεδρος όσο και ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών επανέρχονται συνεχώς στους λόγους τους στην ανάγκη αντιμετώπισης των «ουκρανικών ναζιστικών συμμοριών».
Και έτσι, με όλα αυτά, ο πρώτος ουσιαστικά ευρωπαϊκός πόλεμος της νέας εποχής φαίνεται σαν κάτι συνεχώς να μας θυμίζει από το παρελθόν: το Γολοντομόρ, τον Στεπάν Αντρίγεβιτς Μπαντέρα και πάνω από όλα τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο. Στην τηλεοπτική ομιλία του στις 23 Φεβρουαρίου ο Πούτιν διέκρινε σαφώς μεταξύ Λένιν και Στάλιν. Υπερασπιζόμενος την παρακαταθήκη του δεύτερου, τελείωσε λέγοντας προς την ουκρανική ηγεσία: «Εφόσον το θέλετε, θα σας δείξουμε εμείς τι σημαίνει αποκομμουνιστικοποίηση».
Την ίδια κουβέντα πρέπει μάλλον να την είχε πει από μέσα του 77 χρόνια πριν ο Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς. Και τώρα που το έφερε η κουβέντα: σε περίπου δέκα μέρες από σήμερα είναι η επέτειος από την έναρξη της Επιχείρησης Κλαούζεβιτς για την υπεράσπιση του Βερολίνου από τον σοβιετικό στρατό (με τα γνωστά, μετά από περίπου έναν μήνα, αποτελέσματα).
* καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο
