«Κανένας δεν θα μας απειλήσει, ούτε με πυρηνικά», προειδοποίησε χθες ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν, κάνοντας λόγο για «επιτυχία» του ρωσικού στρατού στην Ουκρανία και χαρακτηρίζοντας «ένα λαό» τους πληθυσμούς των δύο χωρών. Η στρατιωτική επιχείρηση -ανέφερε- προχωρά βάσει σχεδίου, κατηγορώντας τις ουκρανικές δυνάμεις ότι χρησιμοποιούν αμάχους ως «ανθρώπινες ασπίδες» στα αστικά κέντρα, ότι εμποδίζουν αλλοδαπούς να φύγουν από τη χώρα, ότι οι ακροδεξιές ομάδες στις τάξεις του ουκρανικού στρατού χρησιμοποιεί «τακτικές ναζί», πυροβολώντας ακόμη και κατά αμάχων που προσπαθούν να φύγουν από τους ανθρωπιστικούς διαδρόμους που ανοίγουν οι ρωσικές δυνάμεις. Ότι στα πεδία των μαχών δρουν ξένοι μισθοφόροι…
Η κλιμάκωση της πολεμικής ρητορικής του Κρεμλίνου ήρθε ενόσω βρισκόταν σε εξέλιξη, με σημαντικές καθυστερήσεις, ο «ναρκοθετημένος» κρίσιμος δεύτερος γύρος διαπραγματεύσεων μεταξύ των αντιπροσωπειών της Μόσχας και του Κιέβου, στο Μπρεστ της Λευκορωσίας.
Βασικά θέματα στο «τραπέζι» -με φόντο την αρχιτεκτονική ασφαλείας σε όλη την Ευρώπη- ήταν η κατάπαυση του πυρός και η δημιουργία ανθρωπιστικών διαδρόμων στα ουκρανικά εδάφη, ενόσω η αιματηρή ρωσική εισβολή βρισκόταν πια στην όγδοη ημέρα. Αργά χθες το απόγευμα τα πρακτορεία Reuters και Tass μετέδωσαν ότι οι δύο πλευρές κατέληξαν σε καταρχήν συμφωνία για δημιουργία ανθρωπιστικών διαδρόμων και τρίτο γύρο συνομιλιών.
Η ρωσική αντιπροσωπεία είχε πάντως ανακοινώσει ότι στον χθεσινό γύρο συνομιλιών προσήλθε με «τρία σετ προτάσεων», όπως τόνισε ο επικεφαλής της, Βλαντίμιρ Μεντίνσκι, κάνοντας λόγο για «στρατιωτικο-τεχνικές, ανθρωπιστικές-διεθνείς και πολιτικές πτυχές».
Η απογευματινή ωστόσο συνέντευξή Τύπου του Ουκρανού προέδρου Ζελένσκι, με βασικά μηνύματα ότι «δεν θα παραδοθεί ποτέ» και ότι «θα μείνουμε όρθιοι μέχρι τέλους», με ένα δημόσιο πολιτικό «κατηγορώ» κατά της στάσης της Δύσης -με σαφείς αιχμές κατά των ΗΠΑ και της Γερμανίας, ενώ αντίθετα έσταξε «μέλι» για τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν- και με νέες εκκλήσεις για εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία (μάλιστα επαναλαμβάνοντας τα περί επιβολής ζώνης απαγόρευσης των πτήσεων πάνω από τη χώρα, που πρακτικά θα ενέπλεκε το ΝΑΤΟ σε πόλεμο με τη Ρωσία!) αποκάλυψε τον βαθμό του γεωπολιτικού αδιεξόδου και των κολοσσιαίων διλημμάτων του Κιέβου και της Δύσης, αλλά και το κρίσιμο των στιγμών.
«Είμαι αναγκασμένος να μιλήσω με τον Πούτιν, πρέπει να μιλήσω με τον Πούτιν», «χωρίς προϋποθέσεις και όρους», γιατί «είναι ο μόνος», παραδέχθηκε, «που μπορεί να πάρει αποφάσεις» για τον τερματισμό του πολέμου.
Προσδίδοντας μια διάσταση οργιώδους διπλωματικού παρασκηνίου πριν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων, εν τω μεταξύ, η ουκρανική πλευρά έδειχνε να «εξαγοράζει» χρόνο -με παλινωδίες ως προς την καθυστερημένη μετάβασή της, μέσω Πολωνίας, στον τόπο των συνομιλιών- ενόσω ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας, Σεργκέι Λαβρόφ, δήλωνε (μεταξύ πολλών άλλων) ότι δεν έχει καμία αμφιβολία πως θα βρεθεί μια λύση στην κρίση και ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν είχε νέα τηλεφωνική επικοινωνία με τον Γάλλο ομόλογό του, Εμανουέλ Μακρόν.
Η συνομιλία -η τρίτη μεταξύ των δύο ηγετών από την αρχή της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία- διήρκεσε μιάμιση ώρα. Εγινε «κατόπιν αιτήματος του προέδρου Πούτιν», σύμφωνα με τον Γάλλο πρωθυπουργό, Ζαν Καστέξ. Και είχε πικρή κατάληξη, σύμφωνα με το Ελιζέ. Οπως προκύπτει από τη σχετική ανακοίνωση του Κρεμλίνου, κατέστη κάτι παραπάνω από σαφές από τον Ρώσο πρόεδρο Πούτιν ότι οι βασικοί στόχοι της Μόσχας για αποστρατιωτικοποίηση, αποναζιστικοποίηση και «φινλανδοποίηση» (ουδέτερο καθεστώς) της Ουκρανίας παραμένουν αδιαπραγμάτευτοι και θα υλοποιηθούν σε κάθε περίπτωση, είτε με τη διπλωματία είτε με όπλα.
Σε μια τριπλής ανάγνωσης, δε, αναφορά (ως μοχλό πίεσης στην ουκρανική πλευρά και μέσω αυτής στη Δύση, ως δείγμα μιας αίσθησης υπεροχής ή και ως ένδειξη των διογκούμενων οικονομικών, πολιτικών και γεωπολιτικών προκλήσεων με τις οποίες βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο το Κρεμλίνο) ο Ρώσος πρόεδρος προειδοποίησε ότι οποιεσδήποτε προσπάθειες από το Κίεβο να καθυστερήσει τις διαπραγματεύσεις θα είχαν αποτέλεσμα η Μόσχα να αυξήσει τις απαιτήσεις.
Εν αναμονή συνεδρίασης και του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας υπό τον Βλαντίμιρ Πούτιν, εν τω μεταξύ, ο Ρώσος ΥΠΕΞ Λαβρόφ είχε στείλει ένθεν και ένθεν βαρυσήμαντα μηνύματα, κυρίως προς τη Δύση.
«Αν κάποιοι απεργάζονται ένα σχέδιο αληθινού πολέμου εναντίον μας, και θεωρώ ότι το κάνουν, πρέπει να σκεφτούν προσεκτικά», τόνισε, κατηγορώντας τις ΗΠΑ ότι έχουν υποτάξει την Ευρώπη, παραλληλίζοντάς τες με τον Ναπολέοντα και τον Χίτλερ.
«Δεν θα επιτρέψουμε κανένα είδος προβοκάτσιας να μας αποσταθεροποιήσει», διακήρυξε ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας, τονίζοντας ότι δεν είναι η Μόσχα που κάνει σκέψεις για πυρηνικό πόλεμο, αλλά η Δύση.
Η Ρωσία δεν θα ανεχθεί τη στρατιωτική απειλή από το Κίεβο, υπογράμμισε, και θα συνεχίζει «μέχρι τέλους» την καταστροφή των στρατιωτικών υποδομών της Ουκρανίας, καταγγέλλοντας την ηγεσία της ότι παίρνει εντολές από την Ουάσινγκτον.
Μεταξύ των στόχων της ρωσικής στρατιωτικής επιχείρησης, είπε ο Λαβρόφ, είναι να διασφαλίσει ότι η πρώην σοβιετική Δημοκρατία δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ.
Κατηγόρησε, δε, τον Ουκρανο-εβραίο πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ότι προεδρεύει μιας χώρας «όπου ανθεί ο ναζισμός». Το ερώτημα για το πώς ζει η Ουκρανία, προσέθεσε με νόημα, θα πρέπει να απαντηθεί από τον λαό της.
Ο Ρώσος ΥΠΕΞ υπογράμμισε ότι τα ρωσικά στρατεύματα έχουν αυστηρές εντολές να χρησιμοποιούν υψηλής ακρίβειας όπλα και να καταστρέφουν στρατιωτικές υποδομές, προς αποφυγήν απώλειας αμάχων – την ώρα που το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ανακοίνωσε ότι αρχίζει έρευνα για τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου στα εδάφη της Ουκρανίας, πλην όμως από το 2013 κι εντεύθεν ( ακόμη και πριν δηλαδή από τη φιλοδυτική εξέγερση του Μαϊντάν, στο Κίεβο, και την ανατροπή του εκλεγμένου φιλορώσου προέδρου Γιανουκόβιτς). Τούτων λεχθέντων, ο Λαβρόφ υποστήριξε ότι η Ρωσία δεν αισθάνεται πολιτικά απομονωμένη. Χαρακτήρισε τις κυρώσεις «φόρο ανεξαρτησίας». Διεμήνυσε στη Δύση ότι δεν μπορεί να αγνοεί επ’ αόριστον τις ανησυχίες της Ρωσίας για την ασφάλειά της. Κάποια στιγμή θα πρέπει να ασχοληθεί με αυτές, κατέληξε, αλλά ο διάλογος θα πρέπει να βασιστεί στον αμοιβαίο σεβασμό και να γίνει επί ίσοις όροις.
