Στη σημασία της εγχώριας παραγωγής μας, ως της μόνης αξιόπιστης εναλλακτικής πηγής ειδών αγροδιατροφής και ιδιαίτερα δημητριακών, αναφέρθηκε ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΕΒΕΠ) Βασίλης Κορκίδης, λέγοντας ότι ήδη παράγουμε σημαντικές ποσότητες σκληρού σιταριού που εξάγουμε, καθώς και μαλακού σιταριού, κριθαριού, καλαμποκιού, βρώμης αλλά και ηλιόσπορου, που μπορούν άμεσα να αυξηθούν, ώστε να καλύπτουν, τουλάχιστον, την εσωτερική κατανάλωση. Ταυτόχρονα όμως επισήμανε ότι την περίοδο 2023-27, οι αγρότες θα πρέπει να ενισχυθούν με κάθε χρηματοδοτικό εργαλείο και οι απειλούμενες από τον πόλεμο καλλιέργειες να επιδοτηθούν.
«Εάν θέλουμε ένα βιώσιμο επισιτιστικό μέλλον για τη χώρα μας, θα πρέπει να κοιτάξουμε τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη, ώστε να αξιοποιήσουμε κάθε στρέμμα και κάθε δυνατότητα ποιοτικής ελληνικής παραγωγής μαλακού σίτου που καλλιεργείται σε ψυχρά κλίματα», τόνισε, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα, στο παρελθόν, είχε απόλυτη επάρκεια σε όλα τα είδη των δημητριακών και ζάχαρης, την οποία πρέπει να επανακτήσει, ακόμα και εάν αρχικά το κόστος δεν είναι ανταγωνιστικό σε διεθνές επίπεδο.
Ο Β. Κορκίδης ανέφερε ότι οι πρόσφατες εξελίξεις απέδειξαν πως η διατροφική αυτονομία κάθε ευρωπαϊκής χώρας δύσκολα κοστολογείται και εξήγησε ότι πριν από έναν χρόνο, η ελληνική παραγωγή ενός τόνου σιταριού είχε κόστος 270 ευρώ, ενώ η χονδρεμπορική τιμή πώλησης ήταν 286 ευρώ, με αποτέλεσμα να λένε «στάρι σπέρνεις, χρυσάφι θερίζεις». «Αραγε σήμερα, με την τιμή του σιταριού κοντά στα 400 ευρώ ο τόνος, την καταστροφή της παραγωγής στην Ουκρανία, με ετήσια έλλειψη 63 εκατ. τόνων σιτηρών από την αγορά, δεν ξέρω τι πρέπει να λέμε, αλλά σίγουρα ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε, ως μόνιμη εναλλακτική λύση», συμπλήρωσε.
