«Σημαία από νάιλον υψώνουμε, σημαία πλαστική, ο κόσμος δεν έχει τίποτε να χάσει, και τίποτε να βρει», τραγουδούσε ο Σαββόπουλος πριν από πολλά χρόνια. Ομως ο καιρός περνάει, ο Διονύσης συμμορφώθηκε, κι εμείς κάθε χρόνο στην εθνική μας επέτειο βλέπουμε τη γαλανόλευκη να κυματίζει παντού.
Επειδή, λοιπόν, όπως ο Αλμπέρ Καμί, αγαπάμε υπερβολικά τη χώρα μας για να είμαστε εθνικιστές, ας δούμε πέντε πράγματα περισσότερα για τη σημαία.
Η σημαία, λοιπόν, είναι εκείνο το κομμάτι υφάσματος με τα διακριτικά χρώματα και τα εμβλήματα ενός κράτους (εθνική σημαία), στρατιωτικού σώματος, κόμματος, συλλόγου και γενικότερα μιας ομάδας (αθλητική σημαία). Είναι επίσης το εθνικό σύμβολο, λέει το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, η πατρίδα, το ίδιο το έθνος που συμβολίζει. Λέμε, π.χ. πως «έδωσαν τη ζωή τους για τη σημαία». Ακόμα, σημαία είναι, μεταφορικά, το σύμβολο μιας προσπάθειας, μιας ιδεολογίας, ενός αγώνα, όπως η Επανάσταση του 1821.
Η σημαία επίσης χρησιμοποιείται και για την επικοινωνία από απόσταση, όπως μεταξύ πλοίων, κατά την προσγείωση αεροπλάνων ή ακόμα και από τους επόπτες ποδοσφαιρικού αγώνα.
Σημαία έχουν και τα ταξί, που η πτώση της σηματοδοτεί την έναρξη του υπολογισμού της μίσθωσης – και μια που καταπιαστήκαμε με τους, ας πούμε, χαμηλότερους συμβολισμούς της λέξης, έχουμε τη «σημαία ευκαιρίας» ορισμένων κρατών, την οποία αναρτούν στα πλοία τους πλοιοκτήτες που έχουν μια αλλεργία στη φορολογία της πατρίδας τους.
Υπάρχει και η «λευκή σημαία» της παράδοσης ή της ανακωχής και, εν τέλει, έχουμε και την περίφημη «άδεια από τη σημαία», όταν ένας φαντάρος την κοπανάει από τη μονάδα του, επειδή ο διοικητής δεν του δίνει την πολυπόθητη άδεια, κι αυτός ο καημένος,–τι να κάνει;– τη ζητάει από τη σημαία του στρατοπέδου, η οποία, φυσικά, δεν του την αρνείται… Οσο για την ετυμολογία της, η λέξη προέρχεται από το αρχαίο ουσιαστικό «σήμα», το αναγνωριστικό σημάδι, το διακριτικό σημείο, το σινιάλο, του οποίου η ετυμολογική καταγωγή είναι αβέβαιη.
Τώρα, η ελληνική, όπως και κάθε σημαία, όπως είπαμε, είναι ένα κομμάτι πανί. Δεν έχει καμία σημασία από μόνη της – σημασία έχει το χέρι που την κρατά, το μυαλό που οδηγεί το χέρι και οι πράξεις που γίνονται εν ονόματί της. Κάποιοι την εξιδανικεύουν, σχεδόν λατρευτικά, ενώ οι ιδεολογικά απέναντί τους εμφορούνται από μια αγχωμένη, στανική ανάγκη αποκαθήλωσής της.
Προσωπικά, οι σημαιομάχοι και οι σημαιολάτρες μού φαίνονται σαν να είναι οι μεν κατοπτρικές, αλλά αναποδογυρισμένες, αντανακλάσεις των δε – θυμίζουν έντονα τους εικονολάτρες και τους εικονομάχους του Βυζαντίου.
Την ελληνική σημαία κρατούσαν οι φαντάροι του 1940 και οι άντρες και οι γυναίκες του ΕΑΜ, αλλά και οι δωσίλογοι Χίτες και ταγματασφαλίτες. Τη γαλανόλευκη έφεραν οι φοιτητές στο Πολυτεχνείο, αλλά και οι βασανιστές της χούντας. Την ίδια σημαία υψώνουν και τα παιδιά των σχολείων, αλλά και οι ακροδεξιοί ή οι αστυνομικοί που βγάζουν το σιδερικό τους και πυροβολούν αδιακρίτως.
Η σημαία είναι απλώς ένα κομμάτι πανί η πλαστικό, ένα σύμβολο που φορτίζεται από τις πράξεις μας. Ισως αυτό να εννοούσε ο Νιόνιος, όταν, δίνοντας τότε στον εαυτό του και τη μουσική του την πολυτέλεια της σκωπτικής ασέβειας προς τα εθνικά μας σύμβολα, τραγουδούσε «πολλά ήταν τα ψέματα που είπαμε ώς εδώ / ας πούμε και μια αλήθεια κι ας πέσει στο γιαλό».
? Σημαία: 1. κομμάτι ύφασμα, συνήθ. ορθογώνιο ή τετράγωνο, που φέρει τα εμβλήματα ή τα διακριτικά χρώματα ενός κράτους
2. μονόχρωμο συνήθ. κομμάτι ύφασμα που χρησιμοποιείται ως έμβλημα ή ως σύμβολο
