Δεν είναι οι εργαζόμενοι εκείνοι που αντιστέκονται στο κύμα της τηλεργασίας στην Ελλάδα, ούτε οι ελλείψεις του νομοθετικού πλαισίου, το οποίο προσφάτως εκσυγχρονίστηκε. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού, στην ίδια την δομή των επιχειρήσεων, στο ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο ψηφιακού μετασχηματισμού τους (και της ανάλογης οργάνωσης της εργασίας), στην εξαιρετικά χαμηλή πρόσβαση σε τεχνολογίες και στην καθυστέρηση που παρατηρείται στον εκσυγχρονισμό των αντικειμένων. Κι αυτή η υστέρηση -έναντι των άλλων ευρωπαϊκών χωρών- αποδεικνύεται και στατιστικά αφού σε 10 από τα 20 επαγγέλματα με την υψηλότερη απασχόληση στην Ελλάδα δεν υπάρχει δυνατότητα τηλεργασίας.
Πρόκειται για στοιχεία που αναδεικνύονται στο ειδικό δελτίο που εκδίδει ο ΣΕΒ για θέματα εργασίας. Στόχος της συγκεκριμένης δημοσίευσης είναι η παροχή τεκμηρίωσης στις επιχειρήσεις που αξιολογούν τις δυνατότητες μετάβασης, μετά την πανδημία, σε ένα υβριδικό μοντέλο με συνδυασμό τηλεργασίας και φυσικής παρουσίας των εργαζομένων.
Στο τελευταίο (Οικονομία και Επιχειρήσεις – το Μέλλον της εργασίας), παραθέτοντας δείκτες και ευρήματα διεθνούς βιβλιογραφίας για τα επαγγέλματα με δυνατότητα τηλεργασίας του 2019 συμπεραίνει ότι αυτά στην Ελλάδα είναι μόλις… πέντε (υπάλληλοι, γενικών καθηκόντων, καθηγητές δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, επαγγελματίες χρηματοοικονομικού τομέα, υπάλληλοι πληροφόρησης πελατών και βοηθοί επαγγελματιών χρηματοοικονομικού και μαθηματικού κλάδου).

«Η αγορά εργασίας στην Ελλάδα χαρακτηρίζεται από υπερσυγκέντρωση εργαζόμενων σε λίγα επαγγέλματα. Ειδικότερα, το 56,8% της συνολικής απασχόλησης συγκεντρώνεται σε 20 επαγγέλματα από τα 120 συνολικά. Από τα συγκεκριμένα 20 επαγγέλματα στα οποία απασχολούνται 2.211.312 άτομα, τα 5 παρουσιάζουν πλήρη δυνατότητα τηλεργασίας (σε αυτά απασχολούνται 464.737 εργαζόμενοι), άλλα 5 έχουν μερική δυνατότητα τηλεργασίας (απασχόληση 362.945 εργαζομένων). Στα υπόλοιπα επαγγέλματα που δεν προσφέρουν καμία δυνατότητα τηλεργασίας (σε αυτά περιλαμβάνουμε και τους πωλητές καταστημάτων με δυνατότητα τηλεργασίας ) απασχολούνται 1.383.630 άτομα.
Πάντως, όπως επισημαίνεται στο δελτίο και στη βάση της διεθνούς κατηγοριοποίησης επαγγελμάτων «σύμφωνα με μελέτη του Joint Research Centre (JRC) από τα συνολικά 120 επαγγέλματα, μόλις τα 24 έχουν πλήρη δυνατότητα, τα 40 έχουν μερική δυνατότητα, ενώ τα 56, δηλαδή σχεδόν το 50% των επαγγελμάτων, δεν έχουν καμία δυνατότητα τηλεργασίας».
Σε ό,τι αφορά το ποσοστό των εργαζομένων που κάνουν χρήση της τηλεργασίας στην Ελλάδα, ο ΣΕΒ συνδυάζοντας διεθνή στοιχεία με αυτά της ΕΛΣΤΑΤ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ποσοστό των τηλεργαζομένων ακόμη και μετά την εκδήλωση των επιπτώσεων στην εργασία δεν ξεπερνά το 19%.
«Από το σύνολο των 3.911.031 απασχολούμενων στη Ελλάδα προκύπτει ότι ποσοστό 18,8% (734.667 απασχολούμενοι) απασχολείται σε επαγγέλματα με πλήρη δυνατότητα τηλεργασίας, όπως για παράδειγμα υπάλληλοι γραφείου, επαγγελματίες του χρηματοοικονομικού τομέα κ.α. Ενα ποσοστό 38,8% (1.517.643 απασχολούμενοι) έχει μερική δυνατότητα τηλεργασίας, όπως για παράδειγμα πωλητές, μηχανικοί κ.α., ενώ οι 1.658.721, δηλαδή το 42,4% απασχολείται σε επαγγέλματα που δεν έχουν καμία δυνατότητα τηλεργασίας, όπως για παράδειγμα οι οδηγοί αυτοκινήτων, χειριστές μηχανημάτων κ.ά.
▶ Φυσικά η πανδημική κρίση εισήγαγε και ένα ευρύτερο πλαίσιο επαγγελμάτων που δεν θίγονται στην έρευνα (από τα μαθήματα pilates και yoga μέσω ίντερνετ μέχρι την ευρεία χρήση της τηλεργασίας από τα επαγγέλματα στον κλάδο των ΜΜΕ). Κι αυτή η διεύρυνση είχε συνέπεια η Ελλάδα να αυξήσει το ποσοστό των τηλεργαζομένων. Από το 1,9% το 2019, σήμερα το ποσοστό φτάνει στο 7%, Σύμφωνα δε με την έρευνα του ευρωπαϊκού Ιδρύματος Eurofound το ποσοστό τηλεργαζομένων ανήλθε στο 30%.
