Από τα πιο θλιβερά θεάματα θεωρούσα πάντα τους σκαλωμένους στα ηλεκτροφόρα καλώδια ή στα ψηλά κλαδιά των δέντρων χαρταετούς, καθώς τους έβλεπα το πρωί της… Καθαρής Τρίτης. Είχαν για μένα τον απογοητευτικό συμβολισμό μιας αποτυχημένης απόπειρας πτήσης, πετάγματος ή ενός πετάγματος που κράτησε λίγο, μια στιγμούλα, κι έπειτα δάκρυσαν τα ματάκια ενός παιδιού. Είχα κάνει και σχετικό χρονογράφημα, παλιά «στα πεταχτά» μου της «Ελευθεροτυπίας».
Μες στα πολλά που δεν περιμέναμε κι όμως ήρθαν, να δοκιμάζουν αντοχές, υπομονές, ακόμα και τις ζωές μας, τις ζωές συνανθρώπων μας, δεν φανταζόμουν ότι θα ερχόταν, κάποτε, μια Καθαρή Τρίτη, που θα αντίκριζα θέαμα θλιβερότερο από τους σκαλωμένους χαρταετούς. Χθες, ανηφορίζοντας στον Υμηττό, στα καλώδια και στα δέντρα δεν – είδα – ούτε – έναν – σκαλωμένο – χαρταετό! Αυτό πρώτη φορά στα αμέτρητα χρόνια που ανηφορίζω. Με κατέλαβε δέος, τρόμος. Κάτι άδειασε μέσα μου ξαφνικά. Το απίστευτο, το στυγνό δίδυμο Πι: Πανδημία – Πόλεμος, εμπόδισε και των χαρταετών το πέταγμα. Τη μικρή ελπίδα της στιγμής και τη χαρά του παιχνιδιού. Δεν ξέρω πόσοι χθες σηκώσανε το κεφάλι κατά τον ουρανό, που, επιπλέον, ήταν και ηλιόλουστος.
Επιστρέφοντας στο σπίτι, είδα στη «Συντακτών» τη συγκλονιστική φωτογραφία στην πρώτη σελίδα: μια ζωή αγωνίας γυναίκας φορτωμένης στη γερμένη από το βάρος πλάτη ενός άντρα, να κατευθύνονται προς το άγνωστο μέσα σε βομβαρδισμένο τοπίο. Τίτλος: «Ο εφιάλτης των αμάχων». Αλίμονο, τα έργα τρόμου, από τα οποία ο πόλεμος είναι το ειδεχθέστερο, δεν παίζονται χωρίς «θεατές». Αν οι πόλεμοι γινόντουσαν μπρος σε «κενές κερκίδες» –χωρίς νεκρούς, τραυματίες, ξεκληρισμένους και πρόσφυγες–, χωρίς «αυτόπτες μάρτυρες», ίσως δεν υπήρχε λόγος να γίνονται. «Οι πόλεμοι θα πάψουν, μόνο όταν οι άνθρωποι πάψουμε να τους παίρνουμε στα σοβαρά», έλεγε ο Οσκαρ Ουάιλντ. Γι’ αυτό πάντα τους σοβαρεύουν…
