ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Δημήτρης Παπαχρήστος μέσα από τις σελίδες του νέου του βιβλίου «Αχ! Μουρλο-σκοτωμένο», που κυκλοφορεί μέσα στην εβδομάδα από τις εκδόσεις Τόπος, αναδεικνύει την αληθινή ιστορία της χώρας μας. O Βελουχιώτης με τον Κούνδουρο, τον Δαμιανό, τη Μελίνα, τον Σάντα, τον Γλέζο, τον Πάμπλο, τον Καστοριάδη, τον Σαρτρ, τον Ανταίο, τον Βούλγαρη, τον Φούντα, τον Κοροβέση, τον Κοντοδήμο παίζουν «το θέατρο της ζωής».

Το έργο ενορχηστρώνουν ο Μάνος Χατζιδάκις με τον Μίκη Θεοδωράκη, με συνοδεία τη δωρική φωνή του Μάνου Κατράκη. Και αυτό είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό απόσπασμα μιας σπουδαίας ιστορίας. Αλλωστε ο -συγγραφέας, αρθρογράφος και παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών- Παπαχρήστος έχει περάσει στην κυτταρική μας μνήμη με τη φωνή του. Τη φωνή του εκφωνητή στον ραδιοσταθμό των φοιτητών στην εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973.

(…) Περάσαµε από το Μουσείο. Eκείνη την ώρα δεν υπήρχε άνθρωπος. Aπέξω απ’ το Πολυτεχνείο είδαµε στην αυλή ελάχιστους φοιτητές και µέχρι να αποσώσουµε τα λόγια µας φτάσαµε στην Πανεπιστηµίου. ∆εν είχε µεγάλη κίνηση, ήταν συγκεντρωµένος κόσµος έξω από το Αρσάκειο και την είχε κλείσει. Πλησιάσαµε µέχρι τη µεγάλη µαρµάρινη σκάλα, αρκετοί στριµώχνονταν να ανέβουν και οι αστυνοµικοί τούς απωθούσαν. Εγινε µια µικρή φασαρία, φωνάζαµε να µας αφήσουν να µπούµε και βρήκαµε πάνω στον συνωστισµό την ευκαιρία να πηδήξουµε δυο δυο τα σκαλοπάτια κι αυτοί σαν σκυλιά, οι µε τα πολιτικά, να µας κυνηγάνε.

Στον πρώτο όροφο γινόταν η δίκη, στον διάδροµο κυκλοφορούσε ο φόβος κι ούτε κατάλαβα πώς βρέθηκα σε µια αίθουσα που νόµισα πως έγραφε απέξω: «Τµήµα Πολιτικών Αδικηµάτων. Κακουργήµατα». (…) Αισθάνθηκα περίεργα, γύρισα τα µάτια µου. Κάθονταν στις καρέκλες καµιά δεκαριά άνθρωποι και τους έκοψε η παρουσία µου τη συζήτηση. Με κοίταξαν σιωπηλοί, και όταν είδαν να µισανοίγει η πόρτα και να βγαίνει το κεφάλι του Μπάµπαλη, µε τα µάτια του να ψάχνουν την αίθουσα, κατάλαβαν…

(…) Το κλίµα, η ατµόσφαιρα εν γένει ήταν απροκάλυπτη. Μόλις είχαν συλλάβει µια φοιτήτρια στον διάδροµο, την Ολγα από τη Νοµική, γιατί στο µπλουτζίν της είχε τη στάµπα-σύνθηµα «Peace», ειρήνη «µεθερµηνευόµενο εξ Αµερικής ερχόµενο» µαζί µε τους Μπιτλς, το Γούντστοκ, τον Χέντριξ, την Μπαέζ, τους χίπις.

Ενας ξερακιανός κύριος, που µετά κατάλαβα πως ήταν ο Κανελλόπουλος, σηκώθηκε όρθιος και δήλωσε στους άλλους «θα πάω να ζητήσω διακοπή της δίκης». (…) Ζήτησε τη διακοπή της, κατήγγειλε την τροµοκρατία και µε τους δικηγόρους Γεώργιο-Αλέξανδρο Μαγκάκη, Νίκο Κωνσταντόπουλο, Νίκο Καραµανλή, απαίτησαν να αφεθεί ελεύθερη η φοιτήτρια, πράγµα που έγινε µετά από δυο ώρες.

Ικανοποιηµένος ο κύριος πρώην πρωθυπουργός, επέστρεψε στην αίθουσα. Ξανάνοιξε η πόρτα, πρόβαλαν δυο κεφάλια. Αυτή τη φορά, το ένα του Σµαΐλη.

Εστρεψαν τα µάτια τους πάνω µου κι άρχισαν να µε ρωτάνε. Απαντούσαν τα µαλλιά µου, τα γένια µου κι ένα τζάκετ που δεν φανέρωνε αγριάδα αλλά τη µαχητικότητα και την πίστη µας να γκρεµίσουµε τη χούντα. ∆εν είπα πως εσείς ήρθατε να µας υπερασπιστείτε για να πάρετε από τον αγώνα µας, αλλά δεν ήµουν και ενθουσιασµένος να αρχίσω τις ευχαριστίες.

Ο Κανελλόπουλος ρώτησε απορώντας για το πού µπορεί να φτάσει ο αγώνας µας. ∆εν είπα µέχρι την απελευθέρωση για να επέλθει µέσα µας η ευτυχία. Να τελειώνουµε µε το «αποφασίζω και διατάσσω». Να γκρεµίσουµε τη χούντα. ∆εν είπα που εσείς εκθρέψατε ούτε να απαλλαγούµε από όλους εσάς. Με κοιτάξανε λίγο περίεργα και πήρα το θάρρος να ρωτήσω:

«Κύριε Κανελλόπουλε, ήσασταν πρωθυπουργός όταν έγινε το πραξικόπηµα. Γνωρίζατε ότι θα γινότανε, είτε από το παλάτι είτε από τον Παπαδόπουλο, και καθίσατε να σας πιάσουν στον ύπνο; Πιστεύατε ότι υπήρχε κίνδυνος οι κοµµουνιστές να πάρουν την εξουσία µε τα όπλα;»

Με κοίταξε έκπληκτος, δεν περίµενε από έναν νεαρό τέτοια ερώτηση.

«Ναι, παιδί µου, έτσι µε ενηµερώνανε». Το είπε σαν να ήταν κάτι το φυσιολογικό, το συνηθισµένο.

«Τότε δεν κάνατε για πρωθυπουργός».

Στράφηκαν τα µάτια τους πάνω µου, χωρίς το βλέµµα τους να µε επιπλήττει για θρασύτητα.

Σηκώθηκα ζορισµένος, από πολλή ώρα ήθελα να κατουρήσω. Κρατιόµουνα και η δίκη τράβαγε. ∆εν είχαν φωνάξει τους µάρτυρες ακόµα. Πήγα µέχρι την πόρτα, την άνοιξα, έριξα κλέφτικα τη µατιά στον διάδροµο. Αστυνοµικοί παντού στην αίθουσα, απέξω λίγος κόσµος, πολλοί αστυνοµικοί µε πολιτικά και από την Πανεπιστηµίου ακούγονταν συνθήµατα.

Τραβήχτηκα σε µια γωνιά και δεν κρατιόµουνα. Σήκωσα λίγο τη φωνή µου και είπα:

«Αν βγω έξω θα µε πιάσουνε, θα κατουρήσω εδώ».

«Οχι, όχι… Θα σε πάµε εµείς στις τουαλέτες», πετιέται ο Παπασπύρου. Σηκώθηκαν, βγήκαµε όλοι στον διάδροµο. ∆εκαπέντε µέτρα περπατήσαµε κι ήταν τα µάτια των αστυνοµικών πάνω µας. Αυτοί µε τα πολιτικά παραµόνευαν. Φτάσαµε στις τουαλέτες. Στάθηκαν στην πόρτα, µπήκαν και µέσα, έτρεξα στην πρώτη τουαλέτα µε την πόρτα ανοιχτή.

Εκανα το καλύτερο κατούρηµα της ζωής µου.

(…) Οταν ακούστηκε το όνοµά µου, µπήκα στην αίθουσα και πήγα να καθίσω µε τους κατηγορούµενους. Ο πρόεδρος µε κάλεσε από την έδρα, «όχι εκεί, ορκιστείτε εδώ, στο Ευαγγέλιο…»

Ακούµπησα το χέρι µου µε κρύα καρδιά. Μίλησα σαν κατηγορούµενος που τους ξέφυγα και σαν µάρτυρας υπεράσπισης χωρίς δόση απολογίας, κοιτάζοντας τους συντρόφους µου, που αισθάνονταν πως δεν δικάζονταν οι ίδιοι, αλλά καταδικαζόταν η χούντα…

(…) Το δικαστήριο όφειλε να µοιράσει τις ποινές στο όνοµα «της τάξης και της ασφάλειας» που υπαγόρευε η χούντα. Εντεκα µήνες στον καθένα µε αναστολή, για να συµπληρώσει την ποινή το καθεστώς µέσα σε δυο µέρες µε το προεδρικό διάταγµα του Νόµου 1347. Αποφάσιζε τη διακοπή της αναβολής λόγω σπουδών και αναγκαστική στράτευση. Σε δυο µέρες ήρθαν οι κλήσεις να παρουσιαστούµε σε διάφορες µονάδες πάνω από εκατό φοιτητές από όλες τις σχολές, στις 17 Φεβρουαρίου του 1973.