ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νίκος Ναγόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι εκρηκτικές εξελίξεις στην Ουκρανία επικυρώνουν τη σχέση του αναθεωρητισμού στη διεθνή πολιτική σκηνή ως προς την προβολή και τελικά την επιβολή του Δικαίου της ισχύος. Η αναθεωρητική πολιτική γίνεται επιχειρησιακό ζήτημα, ωστόσο γεννάται ένα ερώτημα ως προς τη σχολή σκέψης που αντιπροσωπεύει στη δημόσια έκφραση του διεθνοπολιτικού λόγου. Εντυπωσιάζει συγκεκριμένα η ευκολία με την οποία η αναγνώριση και η εκ των πραγμάτων ηθική νομιμοποίηση της ισχύος συστήνει αποκλειστικό παράγοντα παραγωγής Δικαίου, σε μια απομάκρυνση από οποιαδήποτε κριτική προσέγγιση ή περιεχόμενο δημοκρατικών αρχών.

Μια άποψη ακραίου θετικισμού που υπερβαίνει τα όρια του κυνισμού και εξαντλείται σε περιγραφές περί συσχετισμών δυνάμεων, γεωπολιτικών στόχων και συμφερόντων. Η υπακοή στην αναπόφευκτη βαρβαρότητα αποτελεί μιαν ύβρη τουλάχιστον για το παράδειγμα των λαών της μεταπολεμικής Ευρώπης, οι οποίοι άφησαν στο παρελθόν εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και αισθάνονται σήμερα το αγαθό της ελεύθερης μετακίνησης ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες χωρίς καν ελέγχους ή φόβους που να ανασύρουν εθνικιστικές εντάσεις. Οι εξαιρέσεις υπάρχουν, ωστόσο επιβεβαιώνουν τον κανόνα, καθώς τα θεμέλια του οικοδομήματος είναι ισχυρά.

Στην υπερέκταση της γεωπολιτικής λησμονείται ότι αυτό είναι μια κατάκτηση της ισχύος που διαθέτει η Δημοκρατία και το Δίκαιο, ενώ αποτυπώνει και αυτά που επιθυμεί να ζήσει η νέα γενιά. Η Δημοκρατία αποδεικνύεται σταθερά πιο ισχυρή από προαιώνια φυλετικά και γεωπολιτικά πάθη, από αναίτιες συγκρούσεις και μαζικούς θανάτους, αρκεί να θεμελιώνεται στη βάση αρχών και διαδικασιών που διατηρούν φίλτρα και αντιπροσωπεύσεις πριν από κρίσιμες αποφάσεις. Είναι πιο ισχυρή ακόμη και από εκείνη την άκριτη αποθέωση του Δικαίου της ισχύος στον διεθνοπολιτικό λόγο που τείνει συχνά με λανθάνοντα τρόπο να νομιμοποιεί τον ρεαλισμό, ακόμη και αυτόν της βαρβαρότητας.

Οι αργές αποφάσεις, για τις οποίες συχνά κατηγορείται το διεθνικό οικοδόμημα της Ευρώπης, είναι οι πολλαπλές δικλίδες που επιβεβαιώνουν το σεβασμό στην άσκηση δημοκρατικών διαδικασιών και στην ισχυρή λογοδοσία. Στον δε ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο, τα ζητήματα της διαφορετικότητας αντιμετωπίζονται με τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, δεν χρειάζονται ούτε τάγματα Αζόφ να επιβάλλουν «καθαρότητα» ούτε αυτόκλητοι εξωτερικοί σωτήρες. Η εμπιστοσύνη στη Δημοκρατία, στην ελευθερία του λόγου, στις πολιτισμικές και γλωσσικές ιδιαιτερότητες αποτελούν την πραγματική θωράκιση απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους.

Ωστόσο, η άποψη περί της πανταχού παρούσας ισχύος, ως φυσικής δύναμης, λοιδορεί την ισχύ που μπορούν να έχουν το Διεθνές Δίκαιο και η ίδια Δημοκρατία, ενώ οι υπερασπιστές τους χαρακτηρίζονται ως αφελείς ονειροπόλοι λάτρεις της διεθνούς νομιμότητας. Είναι πραγματικά εντυπωσιακό ότι, επειδή κάποιες χώρες επιβουλεύονται τη διεθνή νομιμότητα, θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι η βαρβαρότητα αποδεικνύεται πιο ισχυρή από τη Δημοκρατία. Και όχι μόνο αυτό, αλλά πρόκειται για ισχυρισμό που εγείρει αξιώσεις νομιμοποίησης διαχρονικά και επιστημονικά, ωσάν να αφορά φυσικό νόμο !

Θα πρέπει μάλλον να αγνοείται ότι η δημιουργία μιας αναγκαίας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής για την άμυνα καλείται να υπηρετεί αυτές ακριβώς τις δημοκρατικές αρχές και το Διεθνές Δίκαιο, όχι να προβάλει αναίτια αξιώσεις ισχύος, σφαιρών επιρροής και ζωτικού χώρου. Οι χώρες είναι ελεύθερες να αποφασίζουν την ένταξή τους σε ένα ενωσιακό καθεστώς, τις αρχές του οποίου πρέπει να τηρούν. Αυτή είναι η ισχύς της Δημοκρατίας που πρέπει να εδραιωθεί και να ενισχυθεί και σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να υπάρξουν πιέσεις και να αντιμετωπιστούν ακόμη και τα δυσκολότερα ζητήματα, όπως η κατοχή στην Κύπρο.

Αντιπαρατίθεται, λοιπόν, η ισχύς του Δικαίου με το Δίκαιο της ισχύος. Η έννοια της ισχύος συνέχεται εδώ με την αποφασιστικότητα που επιδεικνύουν εκείνες οι πληθυσμιακές ομάδες που υποστηρίζουν τη διακριτή τους ταυτότητα μέσα σε μια κυρίαρχη χώρα. Κυρίως, όταν η ταυτότητα αυτή δεν εδράζεται σε πολιτισμικά διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά που οφείλουν να γίνουν σεβαστά με όρους Δημοκρατίας στο εσωτερικό της χώρας αυτής, αλλά στη βάση εθνοτικού αυτοπροσδιορισμού που εργαλειοποιείται ως όχημα αποσχιστικών τάσεων.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία συνοδεύτηκε από παρόμοιο επιχείρημα προστασίας μειονοτικών πληθυσμών (στο όνομα του Διεθνούς Δικαίου όπως υποστηρίζει!), παραβιάζοντας την κυριαρχία της γειτονικής χώρας, ξεκινώντας έτσι έναν πόλεμο με χιλιάδες νεκρούς και εκατομμύρια εκτοπισμένους. Ο υπερεθνικισμός που αισθάνεται περήφανος με την άφρονα κατάλυση δημοκρατικών δικαιωμάτων δίνει πάντα την ευκαιρία για το μεγάλο έγκλημα της εισβολής.

Η τραγωδία στην Ουκρανία αποκάλυψε, βέβαια, και την αδράνεια της Δύσης. Απομόνωσε μια μεγάλη χώρα, τη Ρωσία, και αδιαφόρησε στο ότι η απουσία σε αυτήν ενδιάμεσων δημοκρατικών θεσμών για τη συγκράτηση επιλογών μαζικής χρήσης βίας (ή και πυρηνικών) θα μπορούσε να καταστήσει εφικτή την απίθανη απόφαση για εισβολή, όπως και τελικά συνέβη.

Αγνοήθηκε ότι μόνο δημοκρατικές κυβερνήσεις διαθέτουν σοβαρούς και αποφασιστικούς μηχανισμούς θωράκισης και αποτροπής και, όταν διαπιστώνουν και βιώνουν ανασφάλειες στη γειτονιά τους, επιχειρούν να τα διευθετήσουν με συνεργασίες. Αντίθετα, ολοκληρωτικές κυβερνήσεις σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τυχοδιωκτικά όποιες αστάθειες. Δεν χρειάζεται κάτι παραπάνω από την εικόνα με τις θλιβερές και τρεμάμενες νομενκλατούρες να ψελλίζουν ενώπιον του μεγάλου τσάρου τη συγκατάθεσή τους στην εισβολή.

Είναι σαφές ότι η «αποναζιστικοποίηση» και η «διόρθωση ιστορικών λαθών» δεν αποτελούν παρά έντεχνα σκηνοθετημένες προφάσεις για την επιβολή ισχύος και αξιώσεις που μεταμφιέζονται περίτεχνα σε ιδεώδη αποκατάστασης αδικιών στο πλαίσιο του αναθεωρητισμού. Ωστόσο, η αμέλεια και η ολιγωρία μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο και ο απερίσκεπτος υπερεθνικισμός αγγίζουν τα όρια της προδοσίας. Κάτι τέτοιο αποτυπώνεται με τον πιο εύληπτο τρόπο και σε ένα σημείο του τείχους της Λευκωσίας, όπου αναγράφεται: «ο τυφλός προδοτικός υπερεθνικισμός γέννησε τη δική μας υποτέλεια».

Την τυφλή απερίσκεπτη πολιτική που ευδοκιμούσε στα επιτελεία της χούντας στην Ελλάδα αναφορικά με την περίπτωση της Κύπρου και τον καταστροφικό για το μέλλον της Ουκρανίας υπερεθνικισμό των ταγμάτων Αζόφ, εργαλειοποίησαν άριστα γειτονικά κράτη, που ξέρουν και λαμβάνουν αποφάσεις ταχύτατα και αιφνιδιαστικά. Δεν είναι τυχαίο ότι για τα κράτη αυτά ο ασυγκράτητος αναθεωρητισμός και η συνεχής προβολή ισχύος συνδέεται σαφέστατα με την απαξίωση δημοκρατικών αρχών στο εσωτερικό τους, αποφασίζοντας πάντα ως λάτρεις του Δικαίου της ισχύος.

Πρώτος, λοιπόν, ο επιστημονικός λόγος θα πρέπει να αντισταθεί και να μην υποκλίνεται στη συνολική διεθνοπολιτική μεθοδολογία του αναθεωρητικού τυχοδιωκτισμού. Τέλος, να εντάσσει στη δημόσια συζήτηση τις αρχές Δημοκρατίας, που, επιτέλους, δεν είναι μια έννοια αφηρημένη, αλλά ο σημαντικότερος συντελεστής αντιμετώπισης διεθνών κρίσεων.

* Kαθηγητής Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Αιγαίου