ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μαργαρίτα Βεργολιά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με τη ρωσική εισβολή στην πιο σκληρή φάση της «μάχης των αστικών κέντρων», αλλά και υπό τη βαριά «σκιά» της χθεσινής προειδοποίησης του Ρώσου ΥΠΕΞ Σεργκέι Λαβρόφ –εμμέσως πλην σαφώς προς τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ– ότι ένας Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος θα ήταν πυρηνικός και ολέθριος, οι αντιπροσωπείες Μόσχας και Κιέβο μετέθεσαν για σήμερα τον (αναμενόμενο για χθες) κρίσιμο δεύτερο γύρο των συνομιλιών τους στη Λευκορωσία, με καταρχήν ερώτημα την κατάπαυση του πυρός.

Παραμένει, ωστόσο, εξαιρετικά αμφίβολο εάν η προγραμματισμένη για σήμερα συνάντηση θα προσφέρει σε όλες τις εμπλεκόμενες –άμεσα και έμμεσα– πλευρές μια στρατηγική εξόδου από μια πολύπλευρη και ολοένα και πιο κλιμακούμενη κρίση.

Αν και διμερείς, οι διαβουλεύσεις φαντάζουν «τριγωνικές», με φόντο την έμπρακτη –σε διπλωματία και εξοπλισμό– στήριξη της Ουκρανίας από τη Δύση και τους άτεγκτους όρους της Ρωσίας απέναντι στο Κίεβο.

Ητοι, αποστρατιωτικοποίηση της Ουκρανίας και «φινλανδοποίησή» της, αναγνώριση των ρωσόφωνων «Λαϊκών Δημοκρατιών» του Ντονμπάς και της ρωσικής κυριαρχίας στην Κριμαία.

«Θολώνοντας» πάντως τα κυοφορούμενα σενάρια περί ρωσικής επιδίωξης για καθεστωτική αλλαγή στο Κίεβο, ο Σεργκέι Λαβρόφ ανέφερε χθες στο δίκτυο Al Jazeera ότι η Μόσχα αναγνωρίζει τον πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ως ηγέτη της Ουκρανίας. Οι Ουκρανοί είναι εκείνοι που θα επιλέξουν τους ηγέτες τους, προσέθεσε.

Χαρακτήρισε «θετικό βήμα» το γεγονός ότι ο Ζελένσκι ζητά να λάβει εγγυήσεις ασφαλείας, σημειώνοντας ότι η Μόσχα είναι έτοιμη να συζητήσει επ’ αυτού (αν και δημόσια ο Ουκρανός πρόεδρος είχε ζητήσει εγγυήσεις από τη Δύση, σε περίπτωση μη ένταξης της χώρας του στο ΝΑΤΟ). Εκανε, δε, λόγο για κατάλογο συγκεκριμένων όπλων, που εφεξής δεν πρέπει ποτέ να αναπτυχθούν επί ουκρανικού εδάφους.

Στο μεσοδιάστημα, το ρωσικό ΥΠΕΞ περνούσε σε νέα αντεπίθεση έναντι της Δύσης, προειδοποιώντας τη Βρετανία και τη Γερμανία με ανεπανόρθωτη ζημιά στις διμερείς σχέσεις –το Βερολίνο ειδικά για το «πάγωμα» του αγωγού Nord Stream 2– ενόσω η Σουηδία κατήγγειλε παραβίαση του εναέριου χώρου της από τέσσερα ρωσικά μαχητικά.

Οι ΗΠΑ, στον αντίποδα, ανακοίνωσαν αργά χθες νέες κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας και της Λευκορωσίας. Όπως ανακοίνωσε ο Λευκός Οίκος «θα αποδυναμώσουν τον ρωσικό αμυντικό τομέα και τη στρατιωτική του ισχύ για τα επόμενα χρόνια, θα στοχεύσουν τις πιο σημαντικές πηγές πλούτου της Ρωσίας και θα απαγορεύσουν στις ρωσικές αεροπορικές εταιρείες να χρησιμοποιούν τον αμερικανικό εναέριο χώρο».

«Είναι προφανές ότι αλλάζουμε εποχή», προειδοποίησε σε χθεσινοβραδινό (προεκλογικών τόνων) διάγγελμά του ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν για την ουκρανική κρίση, προαναγγέλλοντας «βαθύτατες αλλαγές σε όλη την Ευρώπη».

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία φέρνει και πάλι στο προσκήνιο την ανάγκη αλλαγής της αμυντικής και ενεργειακής στρατηγικής της Ευρώπης, τόνισε, ανακοινώνοντας και αυτός (μετά τον Γερμανό καγκελάριο Σολτς) νέες επενδύσεις σε εξοπλισμούς, χωρίς όμως να δώσει λεπτομέρειες.

Με την επισήμανση ότι «απαιτούνται ιστορικές αποφάσεις» για την υπεράσπιση της δημοκρατίας, συνδέοντας με αυτήν τις δυτικές κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας, προετοίμασε τους Γάλλους ψηφοφόρους για «οικονομικές επιπτώσεις», για την άμβλυνση των οποίων εξήγγειλε πρόγραμμα κρατικής στήριξης και ανάκαμψης.

«Δεν είμαστε σε πόλεμο με τη Ρωσία και με τον ρωσικό λαό», υπογράμμισε ο Μακρόν, χαιρετίζοντας όσους Ρώσους διαδηλώνουν κατά του πολέμου. «Ηταν επιλογή του Πούτιν», τόνισε, επισημαίνοντας ότι θα παραμείνει σε επαφή με τον Ρώσο πρόεδρο, στο πλαίσιο των προσπαθειών για την επίτευξη εκεχειρίας.

Στο μεσοδιάστημα, η ειδική κατεπείγουσα Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών καταδίκασε με ευρεία πλειοψηφία και έντονα τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, απαιτώντας «άμεσο τερματισμό της χρήσης βίας».

Το νομικά μη δεσμευτικό ψήφισμα εγκρίθηκε με 140 ψήφους υπέρ, 5 κατά, 34 αποχές, ενώ 14 χώρες επέλεξαν να απουσιάζουν από την ψηφοφορία. Οι χώρες που καταψήφισαν ήταν η Ρωσία, η Λευκορωσία, η Βόρεια Κορέα, η Συρία και η Ερυθραία. Μεταξύ αυτών που απείχαν ήταν η Κίνα, η Ινδία, το Πακιστάν, το Ιράν, το Ιράκ και η Νότια Αφρική.