Το 2016 ήταν άλλη μια συνηθισμένη χρονιά για την Αταλάντα και τους φίλους της. Η ομάδα ολοκλήρωσε τη σεζόν στην ενδέκατη θέση της Σέριε Α και ετοιμαζόταν για άλλη «μία από τα ίδια». Ουδέποτε αυτή η ομάδα κατάφερε να ξεχωρίσει και δεν έχει άδικα το –ανεπίσημο– παρατσούκλι «νερατζούρι των φτωχών».
Το μικρό Μπέργκαμο μια χαρά όμορφη πόλη είναι, αλλά πάντοτε στη βαριά σκιά του γειτονικού Μιλάνου. Ετσι και η Αταλάντα δεν θα μπορούσε ποτέ να ανταγωνιστεί τις Μίλαν, Ιντερ ή τη Γιουβέντους.
Η αντίπαλος του Ολυμπιακού στο Γιουρόπα Λιγκ, αυτή την Πέμπτη, ιδρύθηκε το 1907. Και το όνομά της είναι άκρως ελληνικό. Οι μαθητές του Λυκείου που δημιούργησαν τον σύλλογο, έδωσαν το όνομα της Αταλάντης, της περίφημης αθλήτριας της μυθολογίας μας.
Η ζωή της ομάδας σε αυτά τα 115 χρόνια κυλούσε σχετικά ήρεμα, με κάποιες θετικές εξάρσεις. Οπως η κατάκτηση του Κυπέλλου το 1963, αλλά και οι ευρωπαϊκές συμμετοχές στα τέλη της δεκαετίας του ’80.
Το status της Αταλάντα άλλαξε εκείνο το καλοκαίρι πριν από έξι χρόνια. Οταν τα ηνία ανέλαβε ο Τζαν Πιέρο Γκασπερίνι. Ενας προπονητής που είχε θητεία σε αρκετές ομάδες, αλλά πουθενά δεν άφησε αξιοσημείωτο έργο. Ηταν όμως σαν δυο κομμάτια ενός παζλ που ενώθηκαν και έμελλε να δημιουργήσουν κάτι σημαντικό.
Ο Γκασπερίνι είχε την έμπνευση να σχεδιάσει ένα σύστημα που θα έκανε τη νέα του ομάδα άκρως επιθετική και επικίνδυνη. Κάτι σπάνιο για ιταλικό σύλλογο και μάλιστα όχι πρώτης γραμμής. Το δικό του 3-5-2 αποδείχτηκε «φονικό όπλο» για κάθε αντίπαλη άμυνα. Στην Ιταλία και όχι μόνο.
Τρεις κεντρικοί αμυντικοί μήπως και μπορέσουν να κρατήσουν τα μπόσικα (όχι με μεγάλη επιτυχία πάντως), δύο αμυντικά χαφ, δύο μπακ χαφ που γίνονται εξτρέμ, ένα «δεκάρι» που πατάει περιοχή και δύο σέντερ φορ. Από μόνιμος κομπάρσος του ιταλικού πρωταθλήματος, η Αταλάντα έφτασε στο σημείο να έχει την καλύτερη επίθεση στην Ευρώπη.
Για να συμβεί αυτό δεν χρειάστηκαν πολλά χρήματα. Δεν ήρθαν παίκτες-ξεπεσμένα αστέρια, ούτε τα μεγαλύτερα ταλέντα του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Ομως ο κόουτς και η διοίκηση κατάφεραν να βρουν τους κατάλληλους παίκτες για να εξυπηρετήσουν αυτό το σύστημα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα όλοι αυτοί που σηκώνουν το βάρος αυτά τα χρόνια: Σαπάτα από Σαμπντόρια, Μουριέλ από αναπληρωματικός της Σεβίλης, Πάσαλιτς – Τζαπακόστα από τα αζήτητα της Τσέλσι, Μίραντσουκ από Λοκομοτίβ Μόσχας, Ντε Ρόον από Μίντλεσμπρο, Ιλιτσιτς από Φιορεντίνα και το βασικότερο αυτής της ιστορίας: τα δύο μπακ χαφ που έβγαλαν μάτια, ο Δανός Μέλε από την Γκενκ και ο Γερμανός Γκόσενς από την ολλανδική Χεράκλες Αλμελο. Τρέχα γύρευε πού τους ανακάλυψε ο Γκασπερίνι και πέτυχε διάνα.
Στις πέντε ολοκληρωμένες σεζόν που ο 62χρονος προπονητής βρίσκεται στον πάγκο, η «Ντέα» βγήκε στην Ευρώπη σε όλες. Τις τρεις τελευταίες μάλιστα στο Τσάμπιονς Λιγκ, μια διοργάνωση που… αγνοούσε ώς το 2019. Η αγωνιστική περίοδος 2019-20 ήταν ορόσημο για την ιστορία της ομάδας. Οχι μόνο ξαναβγήκε τρίτη στη Σέριε Α πιστοποιώντας ότι η προηγούμενη σεζόν δεν ήταν πυροτέχνημα, αλλά έφτασε μέχρι και τα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ. Μάλιστα, στο πρωτάθλημα σημείωσε 98 γκολ και έγινε η πιο αποδοτική ομάδα στην Ευρώπη.
Ολα τα παραπάνω συνέβησαν εν μέσω πανδημίας. Το πρωτάθλημα διεκόπη, το Μπέργκαμο ήταν η πρώτη πόλη στην Ευρώπη που βίωσε με τον χειρότερο τρόπο τι εστί κορονοϊός, όμως η ομάδα δεν πτοήθηκε. Μάλιστα, ο νικηφόρος αγώνας 4-1 επί της Βαλένθια για τους «16» του Τσάμπιονς Λιγκ ήταν αυτός που –σύμφωνα με τους ειδικούς– έφερε μεγάλη διασπορά του ιού εκείνες τις μέρες. Οταν 40.000 άνθρωποι μετακινήθηκαν μαζικά στο Μιλάνο για το ματς και πανηγύρισαν έξαλλα τη μεγάλη νίκη.
Πέρα από την τακτική, ο Γκασπερίνι κατάφερε να βρει και άλλα κλειδιά της επιτυχίας. Ακόμη κι αν έφευγε κάποιος παίκτης, αυτός που τον αντικαθιστούσε έμοιαζε ο κατάλληλος για να κουμπώσει στο σύστημα. Επίσης, τόσα χρόνια το κλίμα παραμένει εξαιρετικό στα αποδυτήρια και δεν χάλασε ούτε όταν ο κόουτς ήρθε σε ανοιχτή ρήξη με τον αρχηγό Πάπου Γκόμες. Ο Αργεντινός έμεινε για μήνες στην εξέδρα, εν συνεχεία πουλήθηκε στη Σεβίλη και η ζωή συνεχίστηκε σαν να μην τρέχει τίποτα…
Τα συγκεκριμένα δεδομένα, που δεν είναι και λίγα, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Αταλάντα είναι το αδιαφιλονίκητο φαβορί στη διπλή αναμέτρηση με τον Ολυμπιακό. Ομως τα πράγματα εσχάτως δεν είναι έτσι. Η ομάδα του Μπέργκαμο έχει βρει μπροστά της ένα σωρό διαφορετικά προβλήματα, που τελευταία έχουν φέρει άσχημα αποτελέσματα.
Αρκετοί παίκτες προσβλήθηκαν από κορονοϊό και δεν έχουν βρει τη φόρμα τους. Ο πρώτος φετινός σκόρερ, ο Σαπάτα, τραυματίστηκε και θα μείνει εκτός για 1-2 μήνες. Παράλληλα υπάρχουν και άλλοι βασικοί ποδοσφαιριστές νοκ άουτ, όπως ο Μίραντσουκ και ο Πετσέλα. Στη μεταγραφική περίοδο του Ιανουαρίου, η Αταλάντα παραχώρησε τον αριστερό μπακ-χαφ-εξτρέμ Γκόσενς στην Ιντερ και ουσιαστικά δεν τον αντικατέστησε. Στην κορυφή αυτού του βουνού προβλημάτων, ο Γιόσιπ Ιλιτσιτς. Ο Σλοβένος χτυπήθηκε για δεύτερη φορά από την κατάθλιψη και εγκατέλειψε τις προπονήσεις.
Ως αποτέλεσμα αυτών, η Αταλάντα μετρά τρεις σερί αγώνες δίχως νίκη στο πρωτάθλημα, όπου μάλιστα σημείωσε μόλις ένα τέρμα. Προχθές έχασε εντός έδρας από τη Φιορεντίνα για το Κύπελλο και αύριο βράδυ παίζει με τη Γιουβέντους, η οποία την προσπέρασε στην τέταρτη θέση της βαθμολογίας.
Τον Δεκέμβριο η κλήρωση του Γιουρόπα Λιγκ δεν ήταν καθόλου καλή για τον Ολυμπιακό. Τώρα υπάρχει μια ευκαιρία. Αν είναι να λυγίσει η Αταλάντα του Γκασπερίνι, αυτή είναι η κατάλληλη εποχή…
