Πολύ πονεμένη ιστορία αποδεικνύεται τελικά η Ουκρανία για τον Τζο Μπάιντεν, καθώς τον φέρνει αντιμέτωπο με τη δεύτερη σοβαρότερη κρίση εξωτερικής πολιτικής της θητείας του μέσα σε διάστημα εφτά μηνών μετά την πτώση της Καμπούλ στα χέρια των Ταλιμπάν και τη χαοτική αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Αφγανιστάν.
Αύριο ο Αμερικανός πρόεδρος πρόκειται να μιλήσει για την Κατάσταση της Ενωσης (State of the Union). Να απευθύνει, δηλαδή, την καθιερωμένη ετήσια ομιλία του προς τον αμερικανικό λαό. Σχεδίαζε να τονίσει τα ώς τώρα επιτεύγματα της θητείας του, να υποσχεθεί πως θα υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που εκκρεμούν και να κερδίσει πόντους παρουσιάζοντας την επιλογή του για το Ανώτατο Δικαστήριο: την Κετάντζι Μπράουν-Τζάκσον, την πρώτη Αφροαμερικανή που θα αναλάβει αυτό το αξίωμα εφόσον εγκριθεί ο διορισμός της από τη Γερουσία.
Ομως αυτή η ιστορικών διαστάσεων επιλογή, όπως και όλα τα άλλα, επισκιάζονται από τον πόλεμο στην Ουκρανία. «Καθώς εξελίσσεται η ρωσική εισβολή, ο Μπάιντεν θα πρέπει να διαχειριστεί την κρίση σε διεθνές επίπεδο και ταυτόχρονα να πείσει τους διστακτικούς Αμερικανούς ότι οι ΗΠΑ διαδραματίζουν τον σωστό ρόλο. Θα πρέπει να πείσει τους Αμερικανούς πως όχι μόνο θα πρέπει να νοιαστούν για μια χώρα που οι περισσότεροι δεν μπορούν να τοποθετήσουν στον χάρτη, αλλά και για το ότι η τύχη της αξίζει την προσωπική τους θυσία σε σχέση με την αντλία του φυσικού αερίου» έγραφε ο πολιτικός συντάκτης της «Washington Post», Ματ Βάιζερ, συνοψίζοντας το σκεπτικό του περίπου ως εξής: «Ο Μπάιντεν πούλησε τον εαυτό του ως έμπειρο και ικανό διαχειριστή διεθνών κρίσεων. Ολη του τη ζωή προετοιμαζόταν για μια κρίση σαν τη σημερινή. Ταυτόχρονα όμως συνειδητοποιεί και τα όριά του».
Kι αυτή είναι μια διάχυτη αίσθηση στον αμερικανικό Τύπο, αλλά και τον διεθνή, σχετικά με τη στάση των ΗΠΑ. Πέρα από το γενικό «ανάθεμα» προς τον Πούτιν, κανείς δεν φτάνει στο σημείο να ζητήσει άμεση στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ. Οπως κανείς δεν πιστεύει ότι ο Μπάιντεν θα αναιρέσει την απόφασή του να μη στείλει Αμερικανούς στρατιώτες στην Ουκρανία. Ναι στις σκληρές οικονομικές κυρώσεις προς τη Ρωσία, ναι στην αποστολή στρατιωτικής βοήθειας ύψους 350 εκατ. δολαρίων που εξήγγειλε, αλλά μέχρι εκεί.
Για τρεις βασικούς λόγους δεν θα στείλουν στρατό οι ΗΠΑ στην Ουκρανία, εξηγούσε το BBC: 1) H Oυκρανία δεν βρίσκεται στη γειτονιά της Αμερικής ούτε απειλεί την ασφάλειά της. 2) Ο Μπάιντεν δεν είναι ένθερμος υποστηρικτής των στρατιωτικών επεμβάσεων. 3) Ούτε οι Αμερικανοί θέλουν πόλεμο. Σύμφωνα με τελευταία δημοσκόπηση του Associated Press σε συνεργασία με το NORC (Center for Public Affairs Research), το 52% των ερωτηθέντων πιστεύει πως οι ΗΠΑ θα πρέπει να παίξουν ήσσονα ρόλο στην ουκρανική κρίση, το 20% κανέναν απολύτως, ενώ μόνο το 26% υποστηρίζει μια πιο ενεργή ανάμιξη.
Αναμφισβήτητα πάντως η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ανεξάρτητα από την εξέλιξή της, θα επηρεάσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την ήδη χαμηλή δημοτικότητα του Μπάιντεν (μόλις 37% σύμφωνα με δημοσκόπηση των ABC και «Washington Post» που δημοσιοποιήθηκε χθες) και θα σφραγίσει και αυτή την πορεία των Δημοκρατικών προς την κάλπη του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο.
«Οπως καταλαβαίνουν όλοι, αυτή η φοβερή καταστροφή δεν θα είχε συμβεί ποτέ εάν οι εκλογές μας δεν ήταν νοθευμένες και εγώ ήμουν πρόεδρος» είπε ο Ντόναλντ Τραμπ το Σάββατο, κάνοντας μια ηγετική εμφάνιση στο συνέδριο των Συντηρητικών (CPAC) στο Ορλάντο της Φλόριντα το Σάββατο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα είναι ξανά υποψήφιος το 2024. Ο Τραμπ υποστήριξε ότι ο Ρώσος πρόεδρος εκμεταλλεύτηκε την «αδυναμία» του Μπάιντεν για να επιτεθεί στην Ουκρανία.
Το παράδοξο είναι ότι κάτι παρόμοιο πιστεύει και η πλειονότητα των Αμερικανών. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που διενήργησε το Κέντρο Αμερικανικών Πολιτικών Σπουδών του Χάρβαρντ (Caps), το 62% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι ο Πούτιν δεν θα είχε εισβάλει στην Ουκρανία αν ήταν πρόεδρος ο Τραμπ.
