ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ευαγγελία Καρβούνη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενα από τα καθοριστικά ζητήματα του σύγχρονου γυναικείου κινήματος είναι η ανάπτυξη μιας νέας θεώρησης της γυναικείας χειραφέτησης η οποία ενσωματώνει την κατανόηση της πολιτικής φύσης του προσωπικού. Το σλόγκαν «το προσωπικό είναι πολιτικό» επιβεβαιώνει τη νέα αυτή προσέγγιση και τονίζει τις πολλαπλές διαστάσεις της γυναικείας καταπίεσης στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο.

Ενα μεγάλο μέρος της δυναμικής του σύγχρονου γυναικείου κινήματος οφείλεται στις φεμινίστριες του πρώιμου εικοστού αιώνα οι οποίες επικεντρώθηκαν στο δικαίωμα της ψήφου, συγκρότησαν το κίνημα των σουφραζετών και κληροδότησαν στις επόμενες γενιές ένα πλήθος προσωπικών μαρτυριών όπως αυτοβιογραφίες, βιογραφίες και απομνημονεύματα.

Μέσα από τις γραπτές αυτές μαρτυρίες παρακολουθούμε τις σημαντικές αλλά περιορισμένες επιτυχίες οι οποίες αποκάλυψαν τη μακροπρόθεσμη φύση του αγώνα. Η επανεξέταση των συνθηκών μέσα από τις οποίες δημιουργήθηκε το κίνημα των σουφραζετών αναδεικνύει και επανατοποθετεί την κοινωνική ατζέντα του γυναικείου ζητήματος τότε και σήμερα.

Σύμφωνα με τα ιστορικά τεκμήρια, οι γυναίκες φεμινίστριες του πρώιμου εικοστού αιώνα συσπειρώθηκαν γύρω από την «Κοινωνική και Πολιτική Ενωση των Γυναικών» (WSPU), η οποία ιδρύθηκε από τη χαρισματική φεμινίστρια Εμελιν Πάνκχερστ (1858-1928) και τις δύο κόρες της, Κρίσταμπελ και Σίλβια. Παρόλο που η Εμελιν και η Κρίσταμπελ άλλαξαν πολιτική κατεύθυνση κατά τη διάρκεια του αγώνα, η Σίλβια έμεινε πιστή στις σοσιαλιστικές αρχές της, δραστηριοποιήθηκε στον ανατολικό τομέα του Λονδίνου και οργάνωσε τις εργαζόμενες γυναίκες σε μια ομοσπονδία.

Τα μέλη της «Κοινωνικής και Πολιτικής Ενωσης» διακρίνονταν για τη μαχητικότητά τους η οποία εκδηλωνόταν μέσα από τη διοργάνωση δημόσιων ομιλιών, συγκεντρώσεων και κινητοποιήσεων, με πρωταρχικό αίτημά τους την ενεργή συμμετοχή στην εκλογή αντιπροσώπων στο κοινοβούλιο. Μια γνωστή ακτιβίστρια της Ενωσης ήταν η Μαίρη Ρίτσαρντσον (1882-1961), η οποία κατέληξε να συλληφθεί από τις Αρχές του Λονδίνου επειδή σε μια επίσκεψή της στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου προσπάθησε με τσεκούρι να καταστρέψει τη γυμνή Αφροδίτη του Ισπανού ζωγράφου Βελάσκεθ σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την πολιτική της κυβέρνησης ενάντια στην Εμελιν Πάνκχερστ.

Ενα άλλο πιστό στέλεχος της οργάνωσης της κυρίας Πάνκχερστ ήταν η Αννι Κένεϊ (1879-1953), η οποία προερχόταν από την εργατική τάξη και έζησε για πολλά χρόνια φιλοξενούμενη στο σπίτι της Εμελιν. Η Τερέζα Μπίλινγκτον-Γκρέιγκ (1877-1964) ήταν οπαδός της Ενωσης αλλά γρήγορα στράφηκε στη δημιουργία μιας άλλης συλλογικότητας, του Συνδέσμου για την Ελευθερία των Γυναικών. Σύμφωνα με την εκτίμηση της Αννι Κένεϊ, η Τερέζα Γκρέιγκ συνήθιζε να χρησιμοποιεί «ένα ισχυρό εργαλείο ψυχρής λογικής και ορθής κρίσης».

Η Χέρθα Αϊρτον (1854-1923) ήταν μια γνωστή επιστήμονας και οπαδός της Ενωσης, η οποία είχε ωριμάσει πολιτικά στο Εργατικό Κόμμα. Οι γονείς της διέθεταν φάρμα στην περιοχή του Ντέρμπισαϊρ. Οταν έφυγε από το σπίτι έγινε υπηρέτρια και μετά ράφτρα. Η Μάργκαρετ Μπόντφιλντ (1873-1953) εργάστηκε σε κατάστημα για πολλά χρόνια και μετά έγινε η πρώτη γυναίκα υπουργός Εργασίας.

Η φίλη της Μαίρη Μακάρθουρ (1880-1921) καταγόταν από πλούσια οικογένεια και πήρε μέρος σε συνδικαλιστικές δραστηριότητες μέσα από την εταιρεία του πατέρα της. Είχε πλήρη απασχόληση στον Συνδικαλιστικό Σύνδεσμο Γυναικών. Η Βέρα Μπρίτεν (1893-1970), η οποία ανήκε σε μια γενιά μεταγενέστερη από την υπόλοιπη ομάδα, πολιτικοποιήθηκε μέσα από τον αγώνα της για την εκπαίδευση και την εμπειρία της στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ηταν σε όλη τη ζωή της φεμινίστρια και υπέρμαχος της ειρήνης. Εργαζόταν στη Λεγεώνα των Εθνών και στην Ενωση Υπόσχεσης Ειρήνης.

Ενα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά του γυναικείου κινήματος κατά τον πρώιμο εικοστό αιώνα ήταν ότι τα μέλη του είχαν κοινές πεποιθήσεις σχετικά με την κατωτερότητα των γυναικών στην πολιτική. Παρ’ όλα αυτά, η καθεμία από αυτές τις προσωπικότητες βίωνε με διαφορετικό τρόπο τον αγώνα για την επίτευξη των αντικειμενικών σκοπών και στόχων του κινήματος. Κατά συνέπεια υπάρχουν πολιτικές διαφοροποιήσεις που είναι δυνατό να κατανοηθούν καλύτερα αν μελετηθούν η προσωπικότητα και το πλαίσιο της ζωής κάθε γυναίκας ξεχωριστά.

Υπάρχουν εύλογα ερωτήματα που προκύπτουν από την ενδελεχή έρευνα γύρω από το δυναμικό αυτό κίνημα που δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη βελτίωση της θέσης των γυναικών στο κοινωνικό και θεσμικό πεδίο. Για παράδειγμα, με ποιον τρόπο ορισμένες γυναίκες διαχειρίζονταν τον κοινό δεσμό της προσπάθειας για τη γυναικεία χειραφέτηση; Τι σήμαιναν γι’ αυτές η φεμινιστική ενότητα και τα κρίσιμα χρόνια που αφιέρωσαν στον αγώνα; Με ποιον τρόπο συμφιλίωσαν τις πολιτικές τους δραστηριότητες με τα προσωπικά τους βιώματα;

Τα ερωτήματα αυτά αποτελούν σπουδαία ζητήματα που απασχολούν το σύνολο της ερευνητικής κοινότητας σε τοπικό και διεθνές επίπεδο. Εναπόκειται στις μελλοντικές γενιές των ιστορικών να μεριμνήσουν για την ανάδειξη των αγώνα των γυναικών ώστε να κατοχυρωθεί ως ένα πολυδιάστατο αντικείμενο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών σπουδών.


(*) Το άρθρο αυτό βασίστηκε στο όγδοο κεφάλαιο του βιβλίου « Η δημιουργία των ιστοριών», Κέντρο Πολιτιστικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ, 1982. Συγγραφείς του κεφαλαίου για τις σουφραζέτες είναι οι εξής: Τρίσια Ντέιβις, Μάρτιν Ντύραμ, Κάθριν Χολ, Μαίρη Λάγκαν και Ντέιβιντ Σάτον