ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οταν το περασμένο καλοκαίρι ο Αντόνιο Κόστα επανεξελέγη για τέταρτη φορά γενικός γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Πορτογαλίας, η εφημερίδα Público τον αποκάλεσε «ο πολιτικός Ντούρασελ», σαν την μπαταρία που διαρκεί και αντέχει, αντέχει, αντέχει… Την περασμένη Κυριακή, επιβεβαίωσε την προσωνυμία, διαψεύδοντας όλες τις δημοσκοπήσεις και κατακτώντας την απόλυτη αυτοδυναμία με 41,68% και 117 έδρες από τις 230 του Κοινοβουλίου.

«Είναι ο καλύτερος Πορτογάλος πολιτικός της γενιάς του. Ο πιο αποφασιστικός και ανθεκτικός», λέει ο νομικός και συνεργάτης του, Ζοζέ Μιγκέλ Ζούντισε. «Πρόθυμος να καταρρίπτει ταμπού και να παίρνει πολιτικά ρίσκα με επιτυχία».

Οπως έκανε το 2014, όταν χωρίς την πρόφαση κάποιας πολιτικής κρίσης αμφισβήτησε τον τότε ηγέτη των Σοσιαλιστών Αντόνιο Ζοζέ Σεγκούρο, αφότου το κόμμα τους κέρδισε τις ευρωεκλογές με περισσότερες από 100.000 ψήφους από τους συντηρητικούς Σοσιαλδημοκράτες. «Για λιγουλάκι» είπε τότε, καθιερώνοντας μια νέα έκφραση στο πολιτικό λεξικό και κερδίζοντας λίγους μήνες αργότερα την ηγεσία του κόμματος και το χρίσμα για την πρωθυπουργία με ένα σαρωτικό 65%.

Το μεγαλύτερο ωστόσο ταμπού που ανέτρεψε ήρθε το 2015, όταν σε αντίθεση με την παράδοση των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών να συγκυβερνούν με Φιλελεύθερους και Συντηρητικούς, εκείνος έγινε πρωθυπουργός χάρη σε μια πρωτόγνωρη συμμαχία με το Μπλόκο της Αριστεράς και τους Κομμουνιστές.

Η κατάρριψη αυτού του ταμπού είναι και οικογενειακή υπόθεση: είναι γιος του Ορλάντο ντε Κόστα, ενός κομμουνιστή συγγραφέα γεννημένου στην Γκόα της Ινδίας (τότε πορτογαλική αποικία), και της Μαρία Αντόνια Πάλα, μιας διάσημης σοσιαλίστριας και από τις πρώτες φεμινίστριες δημοσιογράφους της χώρας.

Από τα 12 του ήξερε τι ήθελε να γίνει: δικηγόρος και σοσιαλιστής. Δύο χρόνια μετά στρατεύτηκε στη Σοσιαλιστική Νεολαία. Και σπούδασε Νομικά στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λισαβόνας, όπου ένας από τους τότε καθηγητές του δεν ήταν άλλος από τον σημερινό συντηρητικό πρόεδρο, Μαρσέλο Ρεμπέλο ντε Σόουζα, που τον περιέγραφε ως «δυναμικό και πολλά υποσχόμενο νέο».

Βαφτίστηκε στην πολιτική το 1982, στα 21 του, όταν έγινε μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου της Λισαβόνας. Εφεξής διετέλεσε ευρωβουλευτής, υπουργός σε όλες τις σοσιαλιστικές κυβερνήσεις τη δεκαετία 1997-2007, δήμαρχος της Λισαβόνας από το 2007 ώς το 2015 κι έκτοτε πρωθυπουργός.

Αν κάτι τον χαρακτηρίζει είναι ο διάλογος, ο ρεαλισμός και σταθερότητα. Το έδειξε από τη δεκαετία του 1990, όταν ως υπουργός στην κυβέρνηση μειοψηφίας του Αντόνιο Γκουτέρες (σημερινού γενικού γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών), τον ανάγκαζε σε μόνιμες διαπραγματεύσεις με άλλα πολιτικά κόμματα. Και όταν ως δήμαρχος της Λισαβόνας μετέφερε το γραφείο του στην Αρόιος, μια περιθωριακή γειτονιά-φέουδο των ναρκοσυμμοριών, για να «συνομιλεί» με τους εξοργισμένους κατοίκους.

«Αιχμηρός, καλός πολιτικός, εξαιρετικός στους τακτικούς ελιγμούς», τον περιγράφει ο Yves Léonard, καθηγητής στο γαλλικό Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών και συγγραφέας μιας ιστορίας της σύγχρονης Πορτογαλίας. «Μια πραγματική πολιτική αλεπού», έλεγαν στην La Croix Πορτογάλοι διπλωμάτες. Και μαζί αδιάλλακτος απέναντι στους εσωτερικούς αντιπάλους του. «Δεν αποδέχεται καμία διαφωνία. Οποιος τολμήσει να αντιπαρατεθεί μαζί του θα βρεθεί στο περιθώριο ή και στην κόλαση», έλεγε ο Ζούντισε.

O Αντόνιο Κόστα κεφαλαιοποίησε βαθιά όσο και απρόσμενα την πολιτική κρίση που ξέσπασε πέρσι όταν το Μπλόκο της Αριστεράς και οι Κομμουνιστές καταψήφισαν τον προϋπολογισμό, απαιτώντας μεγαλύτερες κοινωνικές δαπάνες από τα 16 δισ. ευρώ των ευρωπαϊκών πόρων για την ανάκαμψη.

Κατάφερε να εκπροσωπήσει τη χρήσιμη ψήφο της σταθερότητας ως ο πρωθυπουργός που σε έξι χρόνια σήκωσε ανάστημα στην τρόικα κι άφησε πίσω την ακραία λιτότητα των προηγούμενων κυβερνήσεων αλλά χωρίς δημοσιονομικές εκτροπές, βάζοντας τα γυαλιά σε άλλες χώρες του Νότου, σαν την Ελλάδα. Αύξησε κατώτατο μισθό και συντάξεις, επανέφερε την εβδομάδα των 35 ωρών εργασίας, η ανάπτυξη έφτασε το 5,8% το 2021 και η ανεργία μόλις 6,5% εν μέσω της κρίσης της πανδημίας που διαχειρίστηκε με μεγάλη επιτυχία: με το 90% του πληθυσμού εμβολιασμένο και τον μικρότερο αριθμό θανάτων από Covid-19 στην Ευρώπη.

Ολα αυτά τα παρουσίασε ως νίκες του, αν και πολλοί αναλυτές αναρωτιούνται αν θα τα είχε προτάξει και πετύχει χωρίς τη συμμαχία του με την Αριστερά. Οσο γι’ αυτήν πλήρωσε πολύ ακριβά το στοίχημά της για μια ενισχυμένη παρουσία της -και άρα διαπραγματευτική δύναμη- μέσω των πρόωρων εκλογών. Η άνοδος των Σοσιαλιστών του Κόστα είναι ανάλογη της μείωσης των δυνάμεων του Μπλόκου της Αριστεράς και των Κομμουνιστών, που δεν κατάφεραν να φτάσουν ούτε στο 5%. Ο κόσμος επέλεξε τη σταθερότητα και επιβράβευσε αυτόν που την εκπροσωπεί όλα αυτά τα χρόνια βελτιώνοντας τις συνθήκες τους, έστω και «για λιγουλάκι».

«Αυτή είναι μια νίκη της ταπεινότητας, της εμπιστοσύνης και υπέρ της σταθερότητας», δήλωσε ο σοσιαλιστής ηγέτης μετά τον θρίαμβό του. Μια νίκη-έκπληξη ακόμη και για τον ίδιο που καταφεύγει συχνά στη λέξη «ταπεινότητα» και επιμένει πως «διάγει έναν πολύ κοινότοπο βίο»: σύζυγος καθηγήτρια, δύο παιδιά, πάθος για την κουζίνα, την Μπενφίκα και τα παζλ και βαθιά πεποίθηση πως «τίποτα δεν είναι αδύνατο».

Ευφυής, ξέρει πως αν όχι αδύνατον, πάντως θα είναι δύσκολο να διατηρήσει την κοινωνική ειρήνη που του πρόσφερε η Αριστερά όλα αυτά τα χρόνια. Με το βλέμμα στραμμένο στους δρόμους, δηλώνει πως έχει «μια πλειοψηφία ανοιχτή στον διάλογο».

Γιατί τoν επιλέξαμε

Διότι έκανε την έκπληξη κατακτώντας την αυτοδυναμία, κόντρα σε όλες τις δημοσκοπήσεις που έδειχναν μεγάλη άνοδο της Κεντροδεξιάς και «μονομαχία» ψήφο ψήφο για την πρώτη θέση.