Ο Ανακριτής πιέζεται. Ο Ανακριτής συσφίγγεται. Ο κλοιός γύρω του στενεύει. Ο Ανακριτής δεν είναι μια έξοδος. Είναι μια είσοδος στις φυλακές. Από τότε που έκλεισε στο Γεντί Κουλέ και τον Μαστοδοντόσαυρο, ο Ανακριτής, το πρόσωπο του Ανακριτή, έγινε κόρφος εν οφθαλμώ στους κροτοδεινόσαυρους.
Οι μεγάλοι πηγαινοέρχονται. Ο Υπουργός είναι μόνιμα εγκαταστημένος στο «παλατάκι». Ο Υπερστρατηγός. Ο Μέγας Αρεοπαγίτης. Ο προσωπικός σύμβουλος του πρωθυπουργού. Συναντήσεις, τηλεφωνήματα, πιέσεις, στρώματα ασβέστη για να κρυφτεί η ραγισματιά, μα η αλήθεια, στο στάδιο αυτό τουλάχιστο, τρυπάει τον ασβέστη. Ο Μέγας Αρεοπαγίτης ανησυχεί: «Πότε επιτέλους θα τελειώσετε με την υπόθεσιν Ζ; Μου είχατε υποσχεθεί ότι η υπόθεσις θα επεραιούτο εντός του Ιουνίου και τώρα είμαστε εις τον Αύγουστον. Με εξαπατήσατε. Τι κάνετε επιτέλους; Δεν ξέρετε ότι με το να εξετάζετε συνεχώς μάρτυρας υπάρχει κίνδυνος να παραπλανηθήτε;»
Ο Ανακριτής τα ξέρει όλα. Πιέζεται. Πιέζεται διπλά. Και από αυτούς που είναι από πάνω και από τη μάζα του λαού που έχει στρέψει σ’ αυτόν τα βλέμματά της σαν μόνη σωτηρία. Ο Ανακριτής αγρυπνά. Δουλεύει δεκαοχτώ ώρες το εικοσιτετράωρο. Εχει ήδη σχηματίσει μια γνώμη, μα δεν ωφελεί να πει τίποτα. Πρέπει να αφήσει τα πράγματα να μιλήσουν μόνα τους.
Και διατί εξεδώσατε ένταλμα συλλήψεως, διατί προφυλακίσατε αξιωματικόν Χωροφυλακής; Δεν είχαμε συμφωνήσει να προφυλακίζετε αξιωματικούς μόνον όταν είναι βεβαία η καταδίκη των; Και εν τούτοις ο κύριος Εισαγγελεύς μου ανέφερε ότι τα στοιχεία είναι αρκούντα μόνον διά την παραπομπήν του Μαστοδοντόσαυρου και όχι διά την καταδίκην του. Εν πάση περιπτώσει δεν δύναμαι επ’ αυτού να σας είπω περισσότερα από τηλεφώνου. Εκείνο το οποίον δεν αντιλαμβάνεσθε είναι ότι διά των ενεργειών σας πλήττετε τον Κρατικόν Μηχανισμόν.
Ο Ανακριτής είναι νέος, ωραίος, δυνατός. Ελπίδα να γιατρευτεί η σήψη. Ονειρο δεμένο στο μουράγιο. Πόρτα ανοιχτή στη φυλακή. Χωρίς νερό. Χωρίς φως. Ψάχνει στη σκοτεινή τρύπα. «Επιτελώ το καθήκον μου». Υπομονή, δουλεύει. Πλέκει το υφαντό, για να ’ρθουν έπειτα οι έμποροι να βάλουν τις τιμές. Μα πρέπει να ’χει γερή πλέξη, να αντέχει στο κρύο. Με δυο βελονιές, πιρούνια κινέζικα, μετρά τους πόντους, τρώει το ρύζι σπυρί σπυρί. Κάθε βελονιά σοφά υπολογισμένη. Κάθε σπυρί σε σχέση με άλλο σπυρί.
Ο Ανακριτής έχει ένα μεγάλο στηθοσκόπιο. Είναι φεγγάρι που ερευνά το γήπεδο σ’ ένα ματς κάτω από τους προβολείς. Χιλιάδες θεατές μπλεγμένοι στον αγώνα. Ποιος απ’ όλους πλήρωσε τους παίκτες για να μην παίξουν καλά; Ποιος τους προπόνησε για να παίξουν έτσι; Ποιος έχει στοιχηματίσει πίσω απ’ την πλάτη τους; Ο Ανακριτής μελετά τη σκοτεινή πλάκα της ακτινογραφίας του εγκλήματος: οι σκιές της φθίσης πρέπει να εξακριβωθούν. Να μην υπάρχει αμφιβολία.
Ο Ανακριτής δεν μοιάζει με το ποίημα του Καβάφη «Το Πρώτο Σκαλί». Δεν του φτάνει να ανέβει στο πρώτο σκαλί. Πρέπει να φτάσει επάνω. Στο κεφαλόσκαλο. Παράξενα που αισθάνεται κανείς όταν ξέρει ότι ένας λαός τον κουβαλάει στους ώμους! Ω, της γλυκιάς ευθύνης η δυνατή μυρωδιά! Εχει σχεδόν μεθύσει από την κούραση και την επιμονή. Ο Ανακριτής είναι ένα εισιτήριο για το Γεντί Κουλέ.
Προσπάθεια να κατηγορηθή ο Ανακριτής ως αριστερός. Βουλευτής της ΕΡΕ, γνωστός διά τας υπερδεξιάς του απόψεις, μελετά την κατάθεσιν επερωτήσεως εις την Βουλήν διά της οποίας ζητείται από τον Υπουργόν Δικαιοσύνης όπως πληροφορήση το Σώμα και καταθέση ταυτοχρόνως τον σχετικόν προσωπικόν φάκελον του διενεργούντος τας ανακρίσεις της Ουδετερουπόλεως Ανακριτού, κυρίου…
Ο Ανακριτής δηλώνει: «Το φρούριον είναι καλώς περιχαρακωμένον». Ο Ανακριτής είναι θαρραλέος. Είναι έξυπνος. Εκεί που ξέρει ότι η σιωπή είναι προτιμότερη, λέει: «Δεν υπάρχει απάντησις». Οταν ο Υπερστρατηγός του υποδεικνύει κατάλογον μαρτύρων προς εξέτασιν, ο Ανακριτής τον απορρίπτει λέγοντας ότι θα σχηματίσει τη γνώμη του από όλες τις πηγές. Η μια πηγή φέρνει την άλλη. Σκαμμένο το χώμα από κάτω, βουλιάζει στο πέλμα του. Αγρια κουνέλια που σκάψαν τη γη δημιουργώντας υπόγεια τούνελ, που όλα συγκοινωνούν μεταξύ τους, όλα οδηγούν στον αφαλό. Ο Ανακριτής είναι βουτηχτής με σκάφανδρο και δυο μπουκάλες οξυγόνου.
Ο Μέγας Αρεοπαγίτης εξέφρασε την γνώμην προς τον Ανακριτήν ότι μάλλον το «στραπατσάρισμα» του Ζ εσκοπείτο και όχι η θανάτωσις. Και τι είναι τα άλλα που γράφει ο Τύπος περί εκδόσεως άλλων ενταλμάτων; Βγάλτε τα επιτέλους να ησυχάσουμε!
Ο Ανακριτής είναι αναρριχώμενο φυτό. Είναι «πόθος». Μεγαλώνει ανάλογα με το ύψος της βέργας που συναντά. Οσο η βέργα πάει πιο ψηλά, τόσο και ο Ανακριτής φουντώνει. Μπορεί να σκεπάσει όλο το δωμάτιο. Ο Ανακριτής είναι κληματαριά: σταφύλια κρέμονται απ’ την πλεξιά της, άγουρες, ξινές ρώγες, που το φθινόπωρο θα ωριμάσουν και θα κάνουν κρασί. Ο Ανακριτής ξηλώνει τα πλαστικά πατώματα. Από κάτω υπάρχουν προγονικές ρίζες θαμμένων νεκρών. Ο Ανακριτής είναι τυμβωρύχος.
Ο Ανακριτής -ο πας Ανακριτής- δεν ανήκει εις την χορείαν των δώδεκα θεών του Ολύμπου ούτε συγκαταλέγεται μεταξύ των Αγίων της Χριστιανικής Εκκλησίας ούτε του έχει αναγνωρισθεί το αλάθητον, το οποίον ζηλοτύπως κρατεί διά τον εαυτόν του, ως αποκλειστικόν και μοναδικόν προνόμιον, ο Πάπας. Ανθρωπος είναι ο Ανακριτής, όπως όλοι μας. Είναι ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, ο οποίος εγεννήθη από ορισμένους γονείς, φέρει, είτε το θέλει είτε όχι, μέσα στο αίμα του και εις την ψυχήν του δεδομένην κληρονομικότητα, συνεκινήθη ίσως κατά την νεότητά του από ορισμένας ιδέας και από την ατομικότητά του εξαρτάται η αντίστασίς του εις τας συμφυείς με τον άνθρωπον αδυναμίας. Αυτός είναι ο Ανακριτής – ο πας Ανακριτής.
Ο Ανακριτής είναι πρόσωπο που δεν έχει καιρό για άγχος, για αγωνίες, για μεταφυσικές θλίψεις. Είναι δεμένος πάνω στο σκάφος, σαν το δυάκι στο σκαρί. Ο Ανακριτής είναι κηπουρός που βγάζει τα ζιζάνια απ’ τον κήπο. Ο Ανακριτής είναι λουλούδι που ανθίζει μόνο του, όπως εκείνα στη Νότια Αμερική, μέσα στην πένθιμη επίπλωση του φθινοπώρου, προ- μήνυμα της άλλης άνοιξης, πριν απ’ την παγωνιά του χειμώνα.
