Στη φιλμογραφία του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου αυτό συμβαίνει ξανά και ξανά: ο άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι τα ερωτήματα που θέτουν οι αφηγήσεις του• αφηγήσεις στις οποίες αναγνωρίζεται καθαρά η δύσκολη τέχνη της απλότητας, ίδιον του σκηνοθέτη.
Στη νέα ταινία του «Daniel-16», ο Κουτσιαμπασάκος μιλάει για τη δοκιμασία της φιλίας, τη δύναμη της αγάπης και την ευεργεσία της σχέσης. Αλλά μιλάει και για τον «χώρο» που προϋποθέτουν αυτές -για τις προδιαγραφές και τη γεωμετρία του τόπου της συνάντησης.
Ο 16χρονος Ντάνιελ μεταφέρεται από τη Γερμανία έως στον Έβρο, για να φιλοξενηθεί σε μια ιδιότυπη δομή (υπαρκτή στην πραγματικότητα), σε μια εγκαταλειμμένη Ελλάδα, όπου ανήλικα παιδιά εκτίουν εναλλακτικά την ποινή τους, εξαιτίας κάποιας παραβατικής συμπεριφοράς. Η δομή αυτή είναι ένα είδος αναμορφωτηρίου, μακριά από την πατρίδα τους, προφανώς για αποσύνδεσή τους από πρόσωπα και καταστάσεις που συνδέονται με την παραβατικότητά τους (ή όχι μόνο για αυτό;). Κατά την παραμονή του εκεί, κοντά στις εγκαταστάσεις της δομής-αναμορφωτηρίου, ο Ντάνιελ γνωρίζει τον Νιντάλ, ένα προσφυγόπουλο από τη Συρία, που με τον πατέρα του περιμένει την «προώθησή» τους από διακινητές προσφύγων προς την Ευρώπη…
Το ταξίδι του Ντάνιελ από τη Γερμανία διαγράφει το μήκος του χώρου της συνάντησης. Πόση διαδρομή πρέπει να διανύσει για να βρεθεί με τον εαυτό του…
Η δομή φιλοξενίας, ένας ξενώνας και οι φροντιστές αυτών των παιδιών (εκεί φιλοξενείται επίσης κι ο μικρότερος Μαξ), είναι η δεύτερη διάσταση: το ύψος του χώρου της συνάντησης, το εύρος του σχεδιασμένου προγράμματος, η πρόβλεψη των ιθυνόντων για την υλοποίηση του σχεδίου.
Ο τρισδιάστατος χώρος ολοκληρώνεται με το πλάτος των καταστάσεων που ξεδιπλώνονται και πλέκονται αφηγηματικά, αλλά ταυτόχρονα και με το βάθος της ψυχής των ανθρώπων που θα συναντηθούν και θα επιχειρήσουν να συνυπάρξουν, το ανάπτυγμα των αρετών και των παθών τους (εννοείται πως όλα υπόκεινται στη δίνη της σχετικότητας).
Ο σκηνοθέτης μάς βάζει συνέχεια ερωτήματα: Πώς ένα παιδί γίνεται “παλιόπαιδο”; Τι δεν πήγε καλά; Από πού πηγάζει ο θυμός του; Πώς είναι αυτός που αναλαμβάνει την ευθύνη της αναμόρφωσης του “παλιόπαιδου”; Πώς είναι η δική του ζωή; Τι συμβαίνει στη δική του ψυχή; Πόσοι είναι, τελικά, οι κακοποιημένοι (και) σ΄ αυτήν την ιστορία; Ποια στάση εξαχρειώνει και ποια εξανθρωπίζει; Ποιος σώζει ποιον;
Η τελευταία σκηνή κορυφώνει την εξέλιξη της σχέσης του Ντάνιελ και του μικρού Σύριου, του Νιντάλ: Όταν περπατάνε στον δικό τους (καινούργιο) δρόμο, εμπιστευόμενοι τη φύση, το ένστικτό τους, τίποτε άλλο δεν φαίνεται πια να έχει σημασία. Τίποτε δεν είναι πιο δυνατό από τους ίδιους. Έχει συντελεστεί η συνάντηση (που προετοιμάστηκε μεθοδικά σε όλη την προηγούμενη αφήγηση). Οι άνθρωποι βρέθηκαν μεταξύ τους. Ο ένας έχει τον άλλον. Ο ένας φιλοξενείται στην ψυχή του άλλου. Τα παιδιά αυτά γίνονται ανθρωπότητα, διαμορφώνουν τα ίδια –κατά τρόπο ανεπίγνωστο– τον χώρο όπου ο άνθρωπος μπορεί να εξανθρωπιστεί.
Όταν ο Ντάνιελ κι ο Νιντάλ αγκαλιάζονται, γίνονται πατρίδα.
Όταν ο Ντάνιελ αγκαλιάζει τον Νιντάλ, γίνεται το καταφύγιο για το ξένο, γίνεται ελπίδα, γίνεται ζωή.
Όταν ο Ντάνιελ αγκαλιάζει τον Νιντάλ, η Ευρώπη, με τις δικές της πληγές, αγκαλιάζει την Ανάγκη που εκλιπαρεί για λίγη ανθρωπιά, για λίγο χώρο…
Όταν ο Ντάνιελ αγκαλιάζει τον Νιντάλ, γίνεται χώρος• η Ευρώπη συγχωρεί τον εαυτό της και ανοίγει τις πιθανότητες στη ζωή.
Όταν ο Ντάνιελ αγκαλιάζει τον Νιντάλ, αγκαλιάζει και τον εαυτό του. Συμφιλιώνεται με αυτόν, έτσι όπως τον αναγνωρίζει καταπληγωμένο στη συρρικνωμένη μορφή του μικρού αυτού παιδιού. “Εγώ είμαι αυτός”, αισθάνεται. “Εγώ είμαι ο άλλος”. Και του δίνει ακριβώς αυτό που χρειάζεται περισσότερο: μια αγκαλιά.
Δεν υπάρχει αμφιβολία. Αυτή είναι η καλύτερη, μέχρι στιγμής, ταινία του Κουτσιαμπασάκου. Δίνει σημασία στα πράγματα, δείχνει τον τρόπο και τον δρόμο που ανθίζει η ελπίδα. Ό,τι αρχίζει στον Έβρο της Ελλάδας, σε έναν μικρό παραμελημένο τόπο, ανάμεσα σε δυο παιδιά εκτεθειμένα στην περιπέτεια της ζωής, καταυγάζει ελπίδα σε όλον τον κόσμο. Αυτό που γεννιέται εκεί ακτινοβολεί ανθρωπιά παντού. Ανανεώνει την πίστη μας στη δύναμη της αγάπης και του ανθρώπου που τολμάει να γίνει ο άλλος.
Όσοι παρακολουθούν τον Δημήτρη, όσοι γνώρισαν τον Πέτρο, όσοι διαβάσαμε το “Πόλη παιδιών” βρήκαμε κι άλλες ιστορίες μέσα σε αυτήν την αφήγηση. Άλλη μια παιδούπολη, άλλη μια απόπειρα ανασύστασης μιας οικογένειας, άλλη μία –διαφορετική– αποτύπωση της πυρηνικής ιστορίας και, ταυτόχρονα, αναμνήσεις από τη ζωή του καθενός. Ό,τι συμβαίνει, δηλαδή, μετά από κάθε επαφή μας με ένα σπουδαίο έργο.
Κι όπως κάθε καλή αφήγηση, που ξέρει τι θέλει να πει και πώς να το πει, που διαθέτει καλά δουλεμένες ερμηνείες από τους φορείς της, λειτουργεί θεραπευτικά, παρηγορητικά, απελευθερωτικά.
H ταινία προβάλλεται στους κινηματογράφους Ιντεάλ και Ταινιοθήκη και από την Πέμπτη 16/12 και για μία εβδομάδα, προβολές θα γίνονται μόνο στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.
* Φιλόλογος
