Σε θετικό έδαφος πέρασε χθες η απόδοση του γερμανικού ομολόγου αναφοράς πρώτη φορά έπειτα από τρία χρόνια αντικατοπτρίζοντας τις προθέσεις της αγοράς απέναντι στο επικείμενο σφίξιμο της νομισματικής πολιτικής από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες φέτος και τις πιέσεις από τον καλπάζοντα πληθωρισμό. Ακολουθώντας το προχθεσινό ξεπούλημα του δεκαετούς αμερικανικού ομολόγου και σε ένα ευρύτερο κλίμα ανόδου των αποδόσεων των κρατικών τίτλων παγκοσμίως, το επιτόκιο του γερμανικού δεκαετούς προσέγγισε χθες το πρωί έως και το +0,024%.
Το γερμανικό 10ετές παρέμενε σε αρνητικό έδαφος από την άνοιξη του 2019 αγγίζοντας το χαμηλότερο του επίπεδο –0,91% τον Μάρτιο του 2020, στο πρώτο κύμα της πανδημίας του κορονοϊού. Η επιστροφή του σε θετικό έδαφος σηματοδοτεί την απαρχή της σύσφιγξης της νομισματικής πολιτικής από την ΕΚΤ η οποία τερματίζει τον επόμενο μήνα το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων PEPP, προκαλώντας (παρά τις επανεπενδύσεις) ένα σημαντικό κενό στην αγορά κρατικών ομολόγων της ευρωζώνης. Το ΡΕΡΡ και ευρύτερα η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης είχαν συμβάλει στην υποχώρηση των αποδόσεων των ευρωπαϊκών κρατικών τίτλων σε ιστορικά χαμηλά.
Η τρέχουσα άνοδός τους αντικατοπτρίζει την αποτίμηση της αγοράς για το μελλοντικό κόστος του χρήματος και τις ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις. Ο πληθωρισμός στη Γερμανία εκτοξεύθηκε τον προηγούμενο μήνα στο 5,7%, ενώ στο σύνολο του 2021 στο 3,2% που είναι το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 ετών. Με τις τιμές σε αυτά τα επίπεδα η πραγματική απόδοση που προσέφερε το γερμανικό Bund, με επιτόκιο κάτω από το μηδέν, ήταν απελπιστικά ασύμφορη για όσους επένδυαν σε αυτό – πληρώνοντας στο γερμανικό κράτος για να το δανείζουν.
Εν τω μεταξύ, τα στοιχεία για τον βρετανικό πληθωρισμό έδειξαν ετήσια αύξηση στο 5,4% το Δεκέμβριο. Και εδώ η άνοδος ήταν η υψηλότερη των τελευταίων 30 ετών. Η απόδοση του βρετανικού 10ετούς τίτλου ενισχύθηκε χθες κατά 4 μονάδες βάσης στο 1,26%, το υψηλότερο επίσης από το 2019. Η Τράπεζα της Αγγλίας ήταν η πρώτη από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες που αύξησε τα επιτόκιά της τον προηγούμενο μήνα και οι αναλυτές αναμένουν πλέον μια ακόμη αύξηση μέσα στον Φεβρουάριο.
Την ίδια στιγμή, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου –η βασική αιτία της εκτόξευσης του πληθωρισμού– συνέχισαν και χθες την ανοδική τους τροχιά. Το μπρεντ ξεπέρασε ενδοσυνεδριακά τα 89 δολάρια ανά βαρέλι καταγράφοντας άνοδο για 4η συνεχόμενη συνεδρίαση και επιτυγχάνοντας νέο υψηλό 7ετίας (89,13 δολάρια). Αφορμή αυτή τη φορά ήταν μια έκρηξη σε τουρκοϊρανικό αγωγό μεταφοράς αργού, που σταμάτησε για λίγο τη λειτουργία του και ενίσχυσε τις ανησυχίες της αγοράς για την ομαλή ροή του μαύρου χρυσού από τη Μέση Ανατολή. Αξιωματούχοι του ΟΠΕΚ και αναλυτές δηλώνουν ότι το ράλι θα συνεχιστεί και οι τιμές θα πιάσουν τα 100 δολάρια στους επόμενους μήνες λόγω της ανακάμπτουσας ζήτησης. Η Διεθνής Επιτροπή Ενέργειας ΙΕΑ εκτιμά αντίθετα ότι στη διάρκεια αυτού του τριμήνου η προσφορά θα ξεπεράσει τη ζήτηση καθώς ορισμένοι παραγωγοί πρόκειται να αντλήσουν ποσότητες-ρεκόρ.
