ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σιώτος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το αφήγημα, γνωστό και πολύ παλιό. Τα πρώτα κεφάλαια γράφτηκαν τον 18ο αιώνα και από τότε –άσημοι και ξακουστοί– γραφιάδες συνέχισαν να το συμπληρώνουν: Μπαστιά, Σουρμπέτερ, Χάγεκ, Φρίντμαν. Από τη δεκαετία του ΄70 το αφήγημα μετατράπηκε σε εγχειρίδιο πολιτικής διαχείρισης: Πινοσέτ, Ρίγκαν, Θάτσερ, Κλίντον, Σρέντερ. Ολοι τους επέβαλαν πολιτικές, η κεντρική ιδέα των οποίων ήταν ότι οι απελευθερωμένες αγορές, τα αυστηρά οικονομικά κίνητρα και τα στενά όρια για τις δαπάνες που αφορούν την κοινωνική πολιτική, είναι το καλύτερο και το αποτελεσματικότερο μείγμα οικονομικής πολιτικής.

Ολοι τους αποδιοργάνωσαν την αγορά εργασίας, με το επιχείρημα ότι η «απελευθέρωσή» της επιτρέπει στις επιχειρήσεις να περιορίζουν το μισθολογικό κόστος, να προσαρμόζουν την απασχόληση στις ανάγκες και να την αυξάνουν. Ολοι τους απέρριψαν τις πολιτικές ενίσχυσης της ζήτησης μέσω της επεκτατικής δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, με επιχείρημα ότι η ύφεση αντιμετωπίζεται με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Ολοι αξιοποίησαν τη βία, το ψέμα, την παραποίηση, την παραπλάνηση και τη συσκότιση, για να μετατρέψουν τις μεταφυσικές τους «απαντήσεις» σε κυρίαρχο πολιτικό και οικονομικό δόγμα.

Στην Ελλάδα μέχρι πρόσφατα οι αξιωματικές αλήθειες του δόγματος αυτού αντιμετωπίζονταν με επιφυλακτικότητα και καχυποψία. Ακόμα και οι μνημονιακές κυβερνήσεις εφάρμοσαν την πιο ακραία εκδοχή της «εσωτερικής υποτίμησης» επικαλούμενες το «εθνικό συμφέρον» και τα «αντίποινα» των δανειστών. Από το καλοκαίρι του 2019 όμως τα δεδομένα άλλαξαν.

Η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη είναι η πρώτη στην ιστορία του τόπου που απροκάλυπτα και χωρίς να φορτώνει τις ευθύνες στον ξένο παράγοντα αντιγράφει, με την προχειρότητα και τη θρασύτητα που χαρακτηρίζει τους αποτυχημένους μίμους, τη γερμανική τεχνογνωσία και επιβάλλει την πολιτική και οικονομική εκδοχή του «αφηγήματος». Αν συνδυάσει κανείς το κείμενο του προϋπολογισμού και τον τρόπο που κατανέμει τις δημόσιες δαπάνες και τους φόρους με τους νόμους που έχει ψηφίσει και το «Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία» της λεγόμενης επιτροπής Πισσαρίδη, τότε αντιλαμβάνεται ότι αυτό που εφαρμόζει η κυβέρνηση δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από μια μηχανιστική μεταφορά των μεταρρυθμίσεων του Σρέντερ, που αποκλήθηκαν «Ατζέντα 2010» ή «Μεταρρυθμίσεις Χαρτς».

Ο κ. Μητσοτάκης –όπως και ο Σρέντερ– επικεντρώθηκε στη «μεταρρύθμιση» της αγοράς εργασίας. Το γερμανικό μοντέλο έκανε παρεμβάσεις στα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας και βοήθειας για την ανεργία και απελευθέρωσε την αγορά εργασίας, ιδίως για την προσωρινή και περιθωριακή απασχόληση. Η κυβέρνηση με μια σειρά μέτρων προσάρμοσε την εργασία στις απαιτήσεις της εργοδοσίας και ταυτόχρονα συρρίκνωσε τις δυνατότητες αντίδρασης των ήδη αποδυναμωμένων συνδικάτων. Επίσης στη Γερμανία, έγιναν σημαντικές παρεμβάσεις στο συνταξιοδοτικό (περιόρισαν τα ισχυρά κίνητρα για πρόωρη συνταξιοδότηση και τις παροχές ανεργίας πριν από την ηλικία συνταξιοδότησης).

Η κυβέρνηση ξεκίνησε με την επικουρική ασφάλιση και είναι πολύ πιθανό μέχρι το τέλος της θητείας της, με πρόσχημα την πανδημία, να προχωρήσει και σε άλλες «διορθωτικές» κινήσεις που θα έχουν επίκεντρο τις συνταξιοδοτικές παροχές. Στις γερμανικές «μεταρρυθμίσεις» επιχειρήθηκε η παροχή κινήτρων για ανάληψη εργασίας με τη μείωση των επιδομάτων ανεργίας.

Προηγουμένως, το γερμανικό σύστημα παροχών προστάτευε το βιοτικό επίπεδο επ’ αόριστο. Μετά τις μεταρρυθμίσεις, το γερμανικό σύστημα συνδύασε την προσωρινή προστασία του βιοτικού επιπέδου για περίπου 12 μήνες με βασική προστασία μετά (από το διάστημα αυτό), αυστηρούς ελέγχους των μέτρων (προστασίας) και κυρώσεις σε όσους αρνούνται να αναλάβουν εργασία. Η κυβέρνηση προς το παρόν υλοποιεί «περιφερειακές» περικοπές, αλλά κανείς δεν είναι σίγουρος αν μέχρι το τέλος της θητείας της δεν θα προχωρήσει σε παρεμβάσεις στον πυρήνα της πολιτικής για την ενίσχυση των ανέργων.

Τόσο στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό όσο και με παλαιότερες παρεμβάσεις του πρωθυπουργού και των υπουργών του, η πολιτική αυτή εμφανίζεται ως η μόνη ενδεδειγμένη για να «δραπετεύσει» η ελληνική οικονομία από τον ανατροφοδοτούμενο κύκλο της οικονομικής δυσπραγίας. Για να ενισχύσουν μάλιστα την επιχειρηματολογία τους, παραπέμπουν στη συμβολή των μέτρων της «Ατζέντας 2010» στην οικονομική ανάκαμψη της Γερμανίας μετά το 2004. Στην πραγματικότητα όμως αυτό που στοχεύουν είναι να πείσουν τους Ελληνες ότι το αφήγημα που πρόβαλε το Βερολίνο προκειμένου να θέσει υπό κηδεμονία τον τόπο είναι ηθικά σωστό, πολιτικά ορθό και οικονομικά επιβεβλημένο.

Αδιαφορούν για την αλλοίωση της πραγματικότητας (η Ελλάδα δεν είναι Γερμανία) και για την παραποίηση της αλήθειας (η «μεταρρύθμιση» της αγοράς εργασίας οδήγησε στο σύγχρονο γερμανικό οικονομικό θαύμα) προκειμένου να εγκλωβίσουν τους Ελληνες στις μυθοπλαστικού χαρακτήρα ψευδαισθήσεις που καλλιεργούν. Ηδη, σπουδαίοι οικονομολόγοι έχουν επισημάνει ότι οι κύριοι παράγοντες της οικονομικής επιτυχίας της Γερμανίας ήταν άλλοι από αυτούς που προβάλλονται:

Πρώτον, η μακρά πτώση (από το 1994 μέχρι το 2005, οι κατασκευές μειώθηκαν από σχεδόν 8% του ΑΕΠ σε περίπου 4%) του γερμανικού κατασκευαστικού τομέα σταμάτησε ακριβώς μόλις τέθηκαν σε ισχύ οι μεταρρυθμίσεις Χαρτς. Μετά το 2005, παρέμεινε περίπου στο επίπεδο του 4%, χωρίς να αφαιρεί από την οικονομική ανάπτυξη.

Δεύτερον, οι γερμανικές επιχειρήσεις είχαν ήδη προχωρήσει στις απαραίτητες αναδιαρθρώσεις ώστε να μειώσουν το κόστος.

Τρίτον, τα συνδικάτα είχαν ήδη (από τα μέσα της δεκαετίας του 1990) συναινέσει στη συγκράτηση των μισθών με αντάλλαγμα τη διατήρηση θέσεων εργασίας.

Τέταρτον, η εξαγωγική έκρηξη της Γερμανίας συνέπεσε με την παγκόσμια οικονομική άνοδο, ιδίως στις αναδυόμενες αγορές που χρειάζονταν επενδυτικά αγαθά υψηλού επιπέδου.

Με άλλα λόγια, οι μεταρρυθμίσεις Χαρτς ήταν φαινομενικά σωστές, αλλά δεν είχαν καμία σχέση με την οικονομική επιτυχία της Γερμανίας. Και όμως η κυβέρνηση όχι μόνο επιμένει στο «αφήγημα», αλλά φροντίζει να αποσιωπά τις παρενέργειες των μεταρρυθμίσεων στη Γερμανία. Αλλά τι να πει; Οτι ο Σρέντερ μετέτρεψε τη χώρα σε παράδεισο πλουσίων; Οτι στη Γερμανία το ποσοστό των χαμηλά αμειβόμενων ανέρχεται στο 18,8%; Οτι 1,65 εκατομμύριο άνθρωποι σιτίζονται στα δημόσια συσσίτια; Οτι το 2018, πάνω από 9,3 εκατομμύρια άνθρωποι λάμβαναν συντάξεις κάτω των 900 ευρώ; Οτι το 58,6% των συνταξιούχων παίρνει λιγότερα από 1.000 ευρώ;

*Δημοσιογράφος, συγγραφέας