«Η φορεσιά των κατάδικων έχει ρίγες ροζ και άσπρες…. υπάρχει μια κοντινή σχέση, ανάμεσα στα λουλούδια και στους κατάδικους…..Αν έπρεπε να απεικονίσω έναν κατάδικο – ή έναν εγκληματία – θα τον γέμιζα τόσο πολύ με λουλούδια που όπως θα εξαφανιζόταν κάτω από τα λουλούδια, θα γίνόταν ι ο ίδιος ένα λουλούδι, ένα γιγαντιαίο και καινούργιο λουλούδι». Έτσι αρχίζει το Ημερολόγιο ενός Κλέφτη του Ζαν Ζενέ. Είναι δύσκολο, όχι ακατόρθωτο, πάντως δύσκολο, να μιλήσει κάποιος για την ηδονή μετά τον Ζενέ και μετά τον Καβάφη. Εξάλλου, ίσως η ηδονή δεν μιλιέται, πρωτίστως καταπατά όρια και νόμους και έθιμα προτού τα τηρήσει.
«Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώση
να βγη απ’ το σέβας κι’ από την υποταγή.
Από τους νόμους μερικούς θα τους φυλάξει,
αλλά το περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κ’ έθιμα κι’ απ’ την παραδεγμένη
και την ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγη.
Από ταις ηδοναίς πολλά θα διδαχθή.
Την καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθή.
Έτσι θ’ αναπτυχθή ενάρετα στην γνώσι.»
Δυνάμωσις (1903) Κωνσταντίνος Καβάφης
Είναι παρακινδυνευμένο ίσως τέτοιες εποχές να μιλάει κανείς για την ηδονή. Αυτό που ξεκίνησε εδώ στην Ελλάδα με την εξόχως γενναία, τόσο πολιτικά όσο και συναισθηματικά, κατάθεση της Μπεκατώρου και που συνέχισε με τις αποκαλύψεις στην υπόθεση Λιγνάδη και άλλων, δεν έχει να κάνει με την ηδονή, παρά μόνο με την κακοποίηση, δηλαδή την κατάργηση του άλλου και άρα της ίδιας της ηδονής.
Οσοι προσπάθησαν, λιγότερο ή περισσότερο προσεκτικά, να ψελλίσουν κάτι για την ηδονή, επικαλούμενοι ορμές, ένστικτα και την δήθεν ανθρώπινη φύση, ή ακόμα πιο αηδιαστικά την δήθεν φύση του καλλιτέχνη, είναι συνένοχοι στην κακοποίηση.
Τους νόμους και τα έθιμα που θα παραβαίνει όμως η ηδονή είναι οι νόμοι και τα έθιμα που προστατεύουν αυτό το δειλό και φυσικά ιστορικό κατασκεύασμα, τον Εαυτό, και το άλλο εξίσου ιστορικά κατασκευασμένο και καθόλου λιγότερο άθλιο και δειλό κατασκεύασμα, τον Αντρα που κατασκευάστηκε έτσι ώστε να μην αντέχει το Οχι. Που κατασκευάστηκε για να σκοτώνει όποια γυναίκα τολμάει να του πει Οχι. Εξαφανίσου από μπροστά μου.
Η συμβολή της ψυχανάλυσης σ’ αυτή την κατασκευή από τον Φρόϋντ μέχρι τον Λακάν και τους επιγόνους τους δεν θα πρεπε να περάσει απαρατήρητη. Ας μην ξεχνάμε ότι σ’ αυτή την άκρως ανδροκρατική-συντηρητική παράδοση σκέψης (και πράξης) ο Αντρας είναι κατασκευασμένος / καταδικασμένος να ζει την αέναη απειλή που είναι η Γυναίκα. Τι θέλει η Γυναίκα; ρωτούσε ο Φρόϋντ. Δεν γνωρίζουμε. Η θηλυκότητα για τον Αυστριακό είναι μια ανεξερεύνητη περιοχή, μια «σκοτεινή ήπειρος». Η Γυναίκα καταδικασμένη να υφίσταται ως απειλή για τον Αντρα. Αυτή την απειλή πρέπει να την εξουδετερώσει ο Αντρας. Πόσο απόλυτα ανατριχιαστική είναι η φόρμουλα του Λακαν Η Γυναίκα δεν υπάρχει (“la femme n’existe pas”);
Κλείνω παραθέτοντας εδώ αποσπάσματα από μια πρόσφατη ανταλλαγή σκέψεων με μια γυναίκα, όπως το ορίζει αυτή, ξένη σε μένα όσο ήμουν κι εγώ ξένος σ’ αυτήν (δεν συναντηθήκαμε ποτέ) ως μη-συμπέρασμα στο ερώτημα της ηθικής της επιθυμίας και της ηδονής.
(Οπου Ξ η ξένη, όπου ΑΚ εγώ)
Ξ: το τραύμα του παρελθόντος, είναι η ηδονή του παρόντος,
μέλλον δεν υπάρχει
ΑΚ: αυτή η φόρμουλα μου φαίνεται κάπως τρομαχτική αλλά ίσως να είναι αυτό η ελευθερία, δηλαδή η αποδέσμευση από το το τραύμα του παρελθόντος και το τραύμα του μέλλοντος που είναι η ελπίδα. Η ελευθερία δεν μπορεί να είναι ανάμνηση
ούτε υπόσχεση. Ισως, η ελευθερία μπορεί να υπάρχει μόνο στο παρόν σαν ηδονή.
Είναι όμως τρομαχτική αυτή η φόρμουλα της ελευθερίας ως ηδονής. Γιατί αδιαφορεί για τον άλλο. Εισάγεται εδώ ένα αμείλικτο χρέος. Σκέφτομαι τον Καβάφη.
“Το χρέος σου είναι να ενδίδεις, να ενδίδεις πάντοτε εις τας Επιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών.”
Οχι, αρνούμαι να ενδώσω, αρνούμαι αυτό το χρέος, αρνούμαι να καταταχθώ ως πιστός στρατιώτης.
“Το χρέος σου είναι να καταταχθείς πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Ηδονής με μουσικήν και σημαίας.”
Ξ: Ο Καβάφης γράφει “Επέστρεφε”, εκείνος επιστρέφει. Έχει ενδώσει.
Σκέφτομαι, δεν είναι όλοι οι στρατιώτες πιστοί και το ζητούμενο της επιθυμίας δεν είναι η εκπλήρωσή της, μα το να εξακολουθεί να υπάρχει. Η επιθυμία θέλει να επιθυμεί.
AK: Ναι, δεν είναι η εκπλήρωση της, αλλά εγώ θα έλεγα ότι το ζητούμενο της επιθυμίας (ποιος το ζητάει είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία) είναι ότι δεν ζητάει τίποτα, που αδιαφορεί για το αν θα εξακολουθεί να υπάρχει η ίδια. Το μόνo που την ενδιαφέρει είναι ο άλλος. Η αυτοσυντήρηση της ως επιθυμία, αυτό το Η επιθυμία θέλει να επιθυμεί, με παραπέμπει στην (αν)ηθική του καπιταλισμού που λέει, Πρέπει να συνεχίσεις να επιθυμείς. Μην ικανοποιείσαι ποτέ μ’ αυτά που έχεις, η επιθυμία δεν εκπληρώνεται όταν αποκτήσεις το τελευταίο iphone, θα πρέπει ήδη να επιθυμείς το επόμενο κι αυτό δεν τελειώνει ποτέ. Αυτή είναι η (αν)ηθική της επιθυμίας. Ο νόμος της επιθυμίας που απαγορεύει την εκπλήρωση της.
Ξ: …σαν να λέμε: “Τίποτα δεν είναι αυτό που θέλω”. Όχι, όχι. Η επιθυμία δεν αδιαφορεί. Η επιθυμία δεν είναι κουλ. Η επιθυμία είναι, πάντα, σε σχέση· με τον Άλλον, την Άλλη, το Άλλο. Όπου δεν υπάρχει σχέση, δεν υπάρχει επιθυμία.
Όπου δεν υπάρχει επιθυμία, ίσως, υπάρχει ελευθερία. Ίσως, ελευθερία να ‘ναι η μία επιλογή – η μόνη επιλογή. Όταν έχεις παραπάνω από μία επιλογές, επανέρχεται η έννοια της επιθυμίας. Από την άλλη, το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει και τρέφεται η ελευθερία είναι ένα περιβάλλον δεσμών και σκλαβιάς (από εκείνα που καυλώνουν διάφορους ψ). Όπως και να ‘χει, η επιθυμία που προκαλεί δυσθυμία – για ευτυχία ούτε λόγος.
ΑΚ: ναι ίσως κάπως έτσι, σαν να λέμε πάντα θέλω κάτι άλλο, έτσι έχω μάθει να επιθυμώ και ναι, όπου δεν υπάρχει σχέση δεν υπάρχει επιθυμία,. Ελεγε ένας εξαιρετικά δυσνόητος φιλόσοφος, όχι δεν πρόκειται για τον Χεγκελ, αλλά για τον Αγγλο Alfred Whitehead ότι ό,τι δεν σχετίζεται με τίποτα άλλο, δεν υπάρχει. Διαφορετικά ειπωμένο, αν κάτι δεν επηρεάζεται έστω και στο ελάχιστο ή δεν επηρεάζει έστω και στο ελάχιστο (από) κάτι άλλο στο σύμπαν, τότε αυτό το κάτι, αυτή η οντότητα δεν υπάρχει. Συγκλονιστική οντολογία. Σχεσιακή, όχι σχετική.
Η ιδέα σας για τις επιλογές είναι παράξενη. Κατ’ αρχήν η έλλειψη επιθυμίας δεν μπορεί να ισοδυναμεί με την ελευθερία.
Η καταστολή της επιθυμίας δεν μας κάνει ελεύθερους αλλά δούλους κάποιας ιδεολογίας που φοβάται την επιθυμία ως αντίσταση σ’ αυτό που υπάρχει. Η επιθυμία είναι πάντα ανατρεπτική. Ωστόσο αυτή η ιδέα σας ότι ελευθερία είναι να έχεις μόνο μια επιλογή, ή μάλλον να είναι η μόνη επιλογή, είναι κάτι διαφορετικό όσο και παράξενο. Αν σας καταλαβαίνω, εννοείτε ίσως ότι εξαφανίζω με την βούληση μου κάθε επιλογή, αρνούμαι να παίξω το παιχνίδι, ίσως αυτό, ίσως εκείνο, ίσως λίγο απ’ αυτό και λίγο από εκείνο, και τοποθετούμαι απόλυτα και ελεύθερα λέγοντας αυτή είναι η μόνη μου επιλογή, αυτή θέλω, τίποτα άλλο, όχι επειδή μου το είπε κάποιος άλλος, όχι γιατί με απείλησε κάποιος, και δεν μ’ενδιαφέρει το υποσυνείδητο, αλλά επειδή έτσι το αποφάσισα εγώ. Δύσκολη ιδέα. Δύσκολη πράξη.
