Θα σας διηγηθώ μια αληθινή ιστορία μιας μαύρης εποχής…
Στα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής, 1940-1944, υπήρχε ένα 15χρονο αγόρι που είχε μάθει από τους γονείς του ότι αξίζει τον κόπο να παλεύεις για την πατρίδα, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη.
Το μικρό αγόρι, που το λέγανε Σωτήρη, ένιωθε ευτυχισμένο χτυπώντας το καμπανάκι στον Αγιο Θανάση σε κάθε νίκη του στρατού μας στα βουνά της Αλβανίας. Ενιωθε ένας μικρός Κολοκοτρώνης.
Οταν τέλειωσε ο πόλεμος και μπήκαν οι Ιταλοί και οι Γερμανοί στην Ελλάδα, οι καθηγητές τούς είπαν ότι θα φτάσουν και στη μικρή μας πατρίδα και θα σταματούσαν τα μαθήματα για πολύ καιρό. Θα έκαναν το Γυμνάσιο Φρουραρχείο.
Ο Σωτήρης με τον φίλο του τον Ιωνα έβαλαν τα κλάματα. Ο πατέρας του Ιωνα, που ήξερε πολλά από την εποχή της δικτατορίας του Μεταξά, τους είπε ότι πρέπει να σώσουν τα βιβλία. Και κάποια μέρα το αποφάσισαν. Μπήκαν νύχτα στο έρημο Γυμνάσιο, πήραν όσα βιβλία μπόρεσαν και τα μεταφέρανε με το κάρο του μπαρμπα-Αλέξη στο μικρό καλυβάκι τους, λίγο πριν από τον Πάμισο. Ενιωσε και πάλι ένας μικρός Κολοκοτρώνης.
Οσο κράτησε η Κατοχή, αυτό το καλυβάκι έγινε μια μικρή, μαθητική βιβλιοθήκη. Ενα μικρό Κρυφό Σχολειό. Και αμέτρητα παιδιά διάβαζαν εκεί Ιστορία, εγκυκλοπαίδειες, Ουγκό, Σολωμό, Παλαμά. Και ένιωθαν ελεύθεροι, στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, μέσα στη σκλαβιά της ναζιστικής κατοχής. Πού να φανταστούν ότι τα τελευταία χρόνια τους θα τα ζούσαν στη σκλαβιά της επιστημονικής πανδημίας.
Οταν τέλειωσε η Κατοχή και τα παιδιά ξεχύθηκαν στους δρόμους της πόλης, τραγουδώντας και ουρλιάζοντας από τη χαρά τους, ο μικρός Σωτήρης είχε μεγαλώσει πια. Ηξερε πολλά. Η Κατοχή τον έψησε όχι μόνο με τα βιβλία αλλά και με τις προκηρύξεις που πέταγε στις εκκλησίες. Και το αίμα που έβλεπε να χύνεται στους δρόμους. Και πάντα ένιωθε σαν ένας μικρός Κολοκοτρώνης.
Οταν ξανάρχισαν τα σχολεία, πήγε στον γυμνασιάρχη και του είπε περήφανα ότι αυτός με την παρέα του έσωσαν τα βιβλία του σχολείου και θα τα έφερναν την άλλη μέρα στο Γυμνάσιο. Κι όταν ξαναείδε τη βιβλιοθήκη του Γυμνασίου γεμάτη και πάλι με τα βιβλία του τα πολυαγαπημένα, έκλαψε από συγκίνηση.
Οταν όμως τον κάλεσαν μια μαύρη μέρα, στο γραφείο των καθηγητών, δεν πίστευε στα αυτιά του. Τον τιμώρησαν με δέκα μέρες αποβολή, επειδή είχε την πρόθεση να… κλέψει τα βιβλία του Γυμνασίου. Και τον έβγαλαν από τους προσκόπους για να μη… μολύνει τα άλλα παιδιά, επειδή ήταν αετόπουλο στην ΕΠΟΝ!
Κι όταν ξαναγύρισε στο σχολείο, μια άλλη μαύρη μέρα στην παιδική ζωή του μικρού Σωτήρη, ήρθε ένας χωροφύλακας και τον πήρε μέσα από την τάξη του και τον πήγε στις φυλακές του Ζέρβα, στην Καλαμάτα, και τον κράτησαν είκοσι μέρες για… παραδειγματισμό.
Μέσα στη φυλακή συνάντησε και τον μεγάλο του φίλο, τον Μέμο.
«Εγώ ένιωθα σαν τον Κολοκοτρώνη…» του ψιθύρισε.
«Και αυτόν τον βάλανε φυλακή», του είπε ο Μέμος.
«Γιατί;» ρώτησε ο μικρός Σωτήρης. «Η τιμωρία της αθωότητας…» του είπε ο Μέμος. Και του πρότεινε να διαβάσει ένα βιβλίο με τίτλο «Η Ιστορία αθωώνει τους ενόχους».
Το διάβασε και το «έζησε», πολύ καλά, αργότερα. Οταν είδε, έμαθε και έπαθε πολλά. Οταν τα «ανθρωποφάγα» πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων έσβησαν, για πάντα, όλα τα όνειρά του. Και η Ιστορία να εξακολουθεί να αθωώνει τους ενόχους…
ΥΓ. Πριν από μερικά χρόνια, μερικοί ευαίσθητοι συμπατριώτες του Σωτήρη τον τίμησαν ως καταξιωμένο Ελληνα πολίτη και πρόσκοπο ζωής. Του έδειξαν και μια μικρή βιβλιοθήκη στη μεγάλη αίθουσα του Γυμνασίου. Με τα βιβλία που έσωσε στην Κατοχή ο μικρός τότε Σωτήρης. Δεν άντεξε τη συγκίνηση. Ξέσπασε σε κλάματα…
Φαίνεται ότι η Ιστορία, κάπου κάπου, αθωώνει και κάποιους αθώους…
