Το «εντυπωσιάζομαι» και το «αντιλαμβάνομαι» είναι από τα πιο παρεξηγημένα ρήματα της ελληνικής γλώσσας. Στην κοινή συνείδηση έχουν καταγραφεί ως λέξεις που αξιοποιούνται –κυρίως– σε περιγραφές. Για πολλούς τα δυο ρήματα είναι εννοιολογικά «συγγενή» γι’ αυτό τα παρομοιάζουν με δρομείς που ο ένας προηγείται και ο άλλος ακολουθεί.
Μπροστά το «αντιλαμβάνομαι», που απαιτείται προκειμένου ο άνθρωπος να διακρίνει, να κατανοήσει, να συνειδητοποιήσει και ενίοτε να απαντήσει, και έπεται το «εντυπωσιάζομαι», που σχετίζεται περισσότερο με την αντίδραση, η οποία κάποιες φορές φτάνει μέχρι την υπερβολή. Ετσι καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το ένα ρήμα εκφράζει το «Φαίνεσθαι» και το άλλο το «Είναι». Υπό το πρίσμα αυτό, το «εντυπωσιάζομαι» και το «αντιλαμβάνομαι» μπορεί να χαρακτηριστούν ως εξόχως «πολιτικές» λέξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν σαν ζύγι της πολιτικής και σαν αξιολογητής των έργων και των λόγων των πολιτικών.
Εν αρχή ην… η αντίληψη. Ακολουθεί η προσπάθεια να ξεχωρίσει η αλήθεια από το ψέμα, η ειλικρίνεια από την υποκρισία, ο καιροσκοπισμός από την ανιδιοτέλεια,…, η ουσία από τον εντυπωσιασμό. Επεται η αξιολόγηση. Και καταλήγουμε στην αποτίμηση, τη σύγκριση και την επιλογή. Πρόκειται για τη διαδικασία στη βάσανο της οποίας πρέπει να υποβάλλεται ο δημόσιος πολιτικός λόγος (κοινοβουλευτικές τοποθετήσεις, δηλώσεις, ομιλίες, εξαγγελίες, ανακοινώσεις) και οι πολιτικές δράσεις (νόμοι, αποφάσεις, αντιδράσεις κ.ά.). Μόνο έτσι ο πολίτης μπορεί να ανακαλύψει τα κίνητρα, τις –τυχόν– σκοπιμότητες και τις επιπτώσεις της πολιτικής που υπηρετούν οι πολιτικοί. Μία ορθολογική μέθοδος που σύμφωνα με τους πολιτικούς επιστήμονες αποκαλύπτει την ποιότητα της Δημοκρατίας.
Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια ο δημόσιος πολιτικός λόγος θυμίζει προαύλιο εκκλησίας το βράδυ της Ανάστασης. «Φωτοβολίδες», «κροτίδες», «μπαλοθιές». Πολύ θέαμα και από ουσία –σχεδόν– τίποτα. Αν έχεις τον χρόνο και τη διάθεση να παρακολουθήσεις αυτά που λένε τα κόμματα και οι εκπρόσωποί τους αποκομίζεις την εντύπωση ότι τα επιχειρήματα και η γνώση θάφτηκαν κάτω από τον επίπλαστο λογοτεχνικό οίστρο των λογογράφων, των κομματικών γραφιάδων και των εξουσιοδοτημένων ντελάληδων.
Πληθωρισμός χαρακτηρισμών με επίθετα και επιρρήματα που παραπέμπουν σε καφενειακούς διαλόγους, σε ποδοσφαιρικές αντεγκλήσεις και καλοκαιρινές βεγγέρες. Θυμάσαι ομιλίες κοινοβουλευτικών, ανακοινώσεις κομμάτων και πολιτικά κείμενα άλλων εποχών στα οποία κυριαρχούσε η τεκμηριωμένη και μεστή πολιτική σκέψη και αναρωτιέσαι «αν στραβός είναι ο γιαλός ή αν στραβά αρμενίζουμε».
Για τον συντηρητικό πολιτικό χώρο που επί δεκαετίες όμνυε στα «ιερά και τα όσια», η έλλειψη επιχειρημάτων, η απουσία τεκμηρίων και ο εντυπωσιασμός με παραποιημένες αλήθειες δεν προκαλεί έκπληξη. Αλλωστε πάντα αξιοποιούσε τον φόβο, τους διαχωρισμούς και τις επιλεκτικές υποσχέσεις για να γίνει πιστευτός ο δημόσιος λόγος του.
Αυτό όμως που προκαλεί απορία είναι η ευκολία με την οποία η Αριστερά εγκατέλειψε τον τεκμηριωμένο λόγο, που αποτελούσε το πλεονέκτημα της απέναντι στον ιδεολογικό αντίπαλό της, για να προσχωρήσει στη μετα-μοντέρνα αοριστολογία της γενικής αφήγησης. Υπερβολικό; Αναζητήστε στα πρακτικά της Βουλής (23/6/1965) την τεκμηριωμένη ομιλία του Ηλία Ηλιού και μετά συγκρίνετε τα επιχειρήματά του με αυτά που σήμερα συνθέτουν τον αντιπολιτευτικό λόγο. Ψάξτε για επιστημονικά τεκμηριωμένα επιχειρήματα. Ερευνήστε για ερευνητικές πρωτοβουλίες που υποστηρίζουν πολιτικές θέσεις και προτάσεις.
«Αλλοι καιροί και άλλες ανάγκες», θα ισχυριστούν κάποιοι. Φυσικά οι εποχές αλλάζουν, αλλά οι ανάγκες για δημοκρατία, ισότητα και δικαιοσύνη είναι διαχρονικές και για τη διεκδίκησή τους χρειάζεται η ευρεία λαϊκή βάση που μόνο ο ορθός και τεκμηριωμένος λόγος μπορεί να εξασφαλίσει. Τι συνέβη; Εκπεσμός ή προσαρμογή;
Ο Φράνσις Φουκουγιάμα στο άρθρο του «Η πτώση της μεσαίας τάξης και το μέλλον της Δημοκρατίας» έδωσε μία απάντηση:
«Οποιο κι αν είναι το θεωρητικό υπόβαθρο σε μια ατζέντα της Αριστεράς, το μεγαλύτερο πρόβλημά της είναι η έλλειψη αξιοπιστίας», έγραφε απαντώντας στο θεωρητικό ερώτημα του γιατί «η λαϊκή έκφραση δείχνει να έχει λάβει κατά κύριο λόγο δεξιόστροφη μορφή, παρά αριστερόστροφη».
Αλλοι συνδέουν τη μετάλλαξη στην έκφραση με την αδυναμία όσων εμφανίζονται ως εκπρόσωποι της Αριστεράς «να διατυπώσουν μια λογική ανάλυση του τι συμβαίνει στη δομή των προηγμένων κοινωνιών όταν υφίστανται οικονομικές μεταβολές και να διαμορφώσουν μια ρεαλιστική ατζέντα που να δημιουργεί την ελπίδα για την προστασία της κοινωνίας».
Σίγουρα υπάρχουν ακόμα δεκάδες απαντήσεις ή και συνδυασμοί απαντήσεων. Πριν όμως φτάσουμε σε αυτές, θα πρέπει να απαντηθεί ένα ερώτημα: Αυτοί που σήμερα ισχυρίζονται ότι σηκώνουν τη βαριά κληρονομία της Αριστεράς, αισθάνονται την ανάγκη να απαντήσουν ή επιλέγουν να υπεκφύγουν με επιχείρημα ότι τέτοιου είδους προβληματισμοί είναι ξεπερασμένοι και παλιομοδίτικοι;
* δημοσιογράφος, συγγραφέας
