ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελενα Μαρούτσου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το μυθιστόρημα Neverhome του Λερντ Χαντ (σε ευθύβολη μετάφραση του Χρήστου Οικονόμου) διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια του αμερικανικού Εμφυλίου και ο τίτλος του προοιωνίζεται το τέλος. «Παρότι γύρισα πίσω, δεν ένιωσα ποτέ ότι γύρισα σπίτι», ακούμε από τα χείλη μιας δευτερεύουσας ηρωίδας, που όπως και η Κόνστανς Τόμπσον, η κεντρική ηρωίδα και αφηγήτρια, συμμετείχε στον πόλεμο μεταμφιεσμένη σε άντρα. Στο ξεκίνημα της πλοκής η Κόνστανς κόβει τα μαλλιά της, τυλίγει σφιχτά το στήθος της με έναν επίδεσμο και εγκαταλείπει τον αγαπημένο της Βαρθολομαίο και το αγρόκτημά της για να καταταγεί στον στρατό των Βορείων ως Ας Τόμπσον.

Στη συνέχεια, θα δώσει δείγματα «ανδρείας» τέτοια που θα της δώσουν την προσωνυμία «Γενναίος Ας». Στη διάρκεια του μυθιστορήματος θα παρακολουθήσουμε όλες τις περιπέτειες που θα περάσει αυτή η σκληραγωγημένη από την αγροτική ζωή αλλά και την προσωπική της ιστορία γυναίκα-στρατιώτης μέχρι να επιστρέψει στο σπίτι. Καθώς μάλιστα ο ίδιος ο συγγραφέας έχει μιλήσει σε συνεντεύξεις του για το Neverhome ως μια «ανεστραμμένη Οδύσσεια» (όπου ο άντρας σαν Πηνελόπη περιμένει την επιστροφή της γυναίκας-Οδυσσέα) μπαίνει κανείς στον πειρασμό να δει σε πολλά από τα επιμέρους κεφάλαια-επεισόδια μια αντιστοιχία με αυτά του ομηρικού έπους.

Για παράδειγμα, στο πρόσωπο της γυναίκας που ερωτεύεται την Κόνστανς, τη φιλοξενεί για ένα διάστημα στο σπίτι της και της ζητά να μείνει για πάντα μαζί της, θα μπορούσε να δει κανείς να καθρεφτίζεται η Καλυψώ, ενώ αντίστοιχα ο μετέπειτα εγκλεισμός της ηρωίδας σε τρελάδικο θα μπορούσε να καθρεφτίζει την παραμονή του Οδυσσέα στο νησί της Κίρκης, όπου οι σύντροφοί του μεταμορφώνονται σε γουρούνια, όπως τρόπον τινά και οι τρόφιμοι του ελεεινού αυτού ψυχιατρείου καθώς έχουν απολέσει την ανθρώπινη υπόστασή τους.

Ωστόσο το Neverhome δεν εξαντλεί την ουσία του στις διακειμενικές αντιστοιχίες με την Οδύσσεια. Είναι ένα πολύπτυχο έργο και η σημαντικότερη ίσως πτυχή του αποκαλύπτει έναν βαθύ και σπαραχτικό στοχασμό πάνω στον πόλεμο. Για τον πόλεμο λέει η αφηγήτρια: «…θα τον βρείτε σήμερα σε διάφορα βιβλία, αν μπείτε στον κόπο να τα διαβάσετε. […] Αλλά σε τούτη τη στοίβα τα βιβλία που έχω, δεν υπάρχει ούτε μία γυναίκα με τουφέκι στο χέρι. Στα βιβλία αυτά οι γυναίκες είναι αγίες και άγγελοι, οι άντρες ευγενείς και θαρραλέοι, όλα γίνονται γρήγορα κι ωραία, και τίποτα δεν μυρίζει αίμα».

Οι σελίδες όμως του Χαντ μυρίζουν αίμα και μυρίζουν μπαρούτι, αν και δεν ακολουθούν αυστηρά το μονοπάτι του ωμού ρεαλισμού. Το ονειρικό στοιχείο, τα εφιαλτικά οράματα, η συνομιλία με τους νεκρούς ποτίζουν πολλά αποσπάσματα στο μελάνι της ποίησης, ενώ η αισθαντικότητα και η τρυφερότητα αναβλύζουν μέσα από τις πληγές που έχει ανοίξει η βία του πολέμου.

Οσο για τη «γυναίκα με το τουφέκι στο χέρι», πρόκειται για μια ακόμα πτυχή που θα άξιζε ίσως να ερευνήσουμε. Γιατί ο συγγραφέας έχει βάλει το τουφέκι στα χέρια της; Γιατί έχει επιλέξει να αφηγηθεί τον πόλεμο μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας μεταμφιεσμένης σε άντρα; Ανακαλώντας μια σειρά από ηρωίδες του Σέξπιρ –όπως η Πόρσια, η Ροζαλίντα ή η Βιόλα– που εμφανίζονται στη σκηνή μεταμφιεσμένες σε άντρες, αναγνωρίζουμε σε αυτή τη επιλογή την επιθυμία του δραματουργού να τις «οπλίσει» με ένα είδος δύναμης και ελευθερίας που δεν απολάμβαναν οι γυναίκες εκείνης της εποχής.

Το τουφέκι που βάζει ο Χαντ στα χέρια της Κόνστανς αποτελεί κι αυτό μια έκφραση δύναμης, ανοίγει μια πόρτα ελευθερίας. «Ημουν δυνατή, εκείνος όχι, έτσι ήμουν εγώ που πήγα στον πόλεμο για να υπερασπιστώ τη Δημοκρατία», είναι η φράση που ανοίγει το μυθιστόρημα, αυτή με την οποία μας συστήνεται η αφηγήτρια: χαρακτηριστικά της η δύναμη και η ελευθερία να τη χρησιμοποιήσει για τον σκοπό που επιλέγει η ίδια. Πρόκειται λοιπόν για ένα μυθιστόρημα με φεμινιστική στόχευση;

Κατά τη γνώμη μου, παρ’ όλο που μια φεμινιστική ανάγνωση και ερμηνεία είναι κάθε άλλο παρά εκτός θέματος, ο συγγραφέας δεν ντύνει την Κόνστανς στρατιώτη για να ανατρέψει τα έμφυλα στερεότυπα, για να μας δείξει πόσο καλά μπορεί να τα καταφέρει μια γυναίκα αν της δώσουμε τα ίδια όπλα με αυτά του άντρα, αλλά πόσο τελικά ο πόλεμος διαπερνάει σαν οξύ τις στολές, διαβρώνει τα πιο βαθιά μας χαρακτηριστικά, ακόμα και αυτά του φύλου, μας κάνει αγνώριστους στα ίδια μας τα μάτια.

Ο πόλεμος είναι τρέλα και η τρέλα εξομοιώνει άντρες και γυναίκες, ερημώνει τα σπίτια και τον νου, και από αυτή την ερήμωση, από αυτή τη μεταμόρφωση, δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή. Γι’ αυτό και, αντίθετα με τις ηρωίδες του Σέξπιρ που όταν τελικά βγάλουν την ανδρική περιβολή έχουν πετύχει τον στόχο τους, η ηρωίδα του Χαντ έχει σημαδέψει κι έχει πετύχει την ίδια της την καρδιά.