H εταιρεία διεθνών πωλήσεων The Match Factory υπάρχει από το 2006 και είναι ένα γνωστό brand name στον κόσμο της διεθνούς κινηματογραφίας. Είναι «αφοσιωμένη στο να φέρνει τις καλύτερες ταινίες του arthouse cinema στη διεθνή αγορά», επισημαίνει και η ίδια στο site της. Κι ακόμα: «Από την ίδρυσή μας το 2006, το πάθος μας ήταν να δουλέψουμε με ταινίες με υπογραφή και όραμα από όλο τον κόσμο. Το Match Factory έχει χτίσει ισχυρές σχέσεις με καταξιωμένους σκηνοθέτες και παραγωγούς, ενώ εργάζεται ταυτόχρονα για να ανακαλύψει πολλά υποσχόμενους νέους κινηματογραφιστές με ισχυρό πρωτότυπο ύφος».
Την ξέρουμε καλά και στην Ελλάδα αυτή την εταιρεία που, εκτός από τον τομέα των διεθνών πωλήσεων, δραστηριοποιείται και σε συμπαραγωγές. Υπήρξε, π.χ., πιο πρόσφατα εκ των συμπαραγωγών της πολυβραβευμένης ταινίας «Digger» του Τζώρτζη Γρηγοράκη ή παλαιότερα ταινιών της Αθηνάς Τσαγκάρη, του Γιάννη Οικονομίδη κ.ά. Ιδρυτής και διευθυντής της εταιρείας είναι ο περίφημος Γερμανός παραγωγός –μεταξύ άλλων– φιλμ του Ακι Καουρισμάκι, του Φατιχ Ακίν κ.ά., Μάικλ Βέμπερ. Αντιστοίχως, διευθύντρια πωλήσεων της εταιρείας είναι η Θάνια Δημητρακοπούλου. Και ώς εδώ καλά. Και μπράβο στη The Match Factory που κάνει κατά τα φαινόμενα εξαιρετική δουλειά και στον τομέα των συμπαραγωγών και σε αυτόν της προώθησης και πώλησης.
Το πρόβλημα όμως ξεκινά –μετά την τόσο μακρά εισαγωγή– με τον πρόσφατο (29/11) διορισμό της Θάνιας Δημητρακοπούλου στο Δ.Σ. του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου: «Η κυρία Θάνια Δημητρακοπούλου ανέλαβε τα καθήκοντά της ως μέλος του Δ.Σ. του Ε.Κ.Κ. μετά τη δημοσίευση του διορισμού της στο ΦΕΚ, αντικαθιστώντας την κυρία Ιζαμπέλ Φοβέλ για το υπόλοιπο της θητείας της.
Η κυρία Φοβέλ, η οποία παραιτήθηκε στις 25 Οκτωβρίου 2021, είχε δηλώσει εξαρχής ότι πιθανότητα δεν θα μπορούσε λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων να παραμείνει στο ΕΚΚ πέραν του ενός έτους», ανέφερε η σχετική ανακοίνωση του Κέντρου. Στην ίδια ανακοίνωση επισυναπτόταν και το βιογραφικό του νέου μέλους του Δ.Σ., όπου αναφερόταν και η εξέχουσα θέση στη Match Factory: «Η κυρία Δημητρακοπούλου […] το 2007, ξεκίνησε την πρακτική της στην εταιρεία Διεθνών Πωλήσεων Ταινιών The Match Factory, όπου και εργάζεται μέχρι σήμερα ως Head of Sales».
Ομως η κ. Δημητρακοπούλου ως επικεφαλής πωλήσεων της Match Factory εμπλέκεται πολλαπλώς με το Κέντρο. Η εταιρεία κάνει συμπαραγωγές με το ΕΚΚ. Ή επίσης διαπραγματεύεται την αγοραπωλησία ταινιών που χρηματοδοτεί καταρχάς το ΕΚΚ. Κι εδώ είναι το πρόβλημα, διότι βάσει του άρθρου 20 του Ν. 3905/2010 («Κωλύματα, ασυμβίβαστα, θέσεις αποκλειστικής απασχόλησης, τρόπος επιλογής Διευθυντών») που διέπει τη λειτουργία του ΕΚΚ, ορίζεται σαφώς ότι «τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, ο Γενικός Διευθυντής και οι Διευθυντές του Ε.Κ.Κ. δεν επιτρέπεται, επί ποινή ακυρότητας της σχετικής σύμβασης, να συμβάλλονται με το Ε.Κ.Κ.».
Η προηγούμενη φορά που διορισμός στο Κέντρο Κινηματογράφου προσέκρουσε στο άρθρο 20 αφορούσε, ας θυμίσουμε, την Ηλέκτρα Βενάκη που είχε απομακρυνθεί «παρανόμως», όπως έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας, από τη θέση της γενικής διευθύντριας του ΕΚΚ επί υπουργίας Λυδίας Κονιόρδου. Επανήλθε, κατ’ εφαρμογήν της δικαστικής απόφασης του ΣτΕ, από την νυν υπουργό Λίνα Μενδώνη. Στο μεσοδιάστημα μεταξύ της παράνομης απόλυσής της και της επανόδου της στο ΕΚΚ, μετά τη δικαστική δικαίωσή της, η κ. Βενάκη είχε συνάψει σύμβαση έργου με την Ταινιοθήκη της Ελλάδας για την επεξεργασία κινηματογραφικού έργου του 1930. Καθώς το άρθρο 20 παρ. 4 του Νόμου 3905 όριζε ρητά ότι «η θέση του Γενικού Διευθυντή και των Διευθυντών του Ε.Κ.Κ. είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης» προέκυψε ζήτημα το οποίο είχε επισημάνει στην τότε διοίκηση ο νομικός σύμβουλος του Κέντρου.
Πάντως, σύμφωνα με πληροφορίες, η κυρία Βενάκη, όταν αποφασίστηκε ο (επανα)διορισμός της, είχε ενημερώσει σχετικά τον τέως γ.γ. (και νυν υφυπουργό) Σύγχρονου Πολιτισμού Νικόλα Γιατρομανωλάκη και εκείνος την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη και η απάντηση από το ΥΠΠΟ ήταν πως «δεν υπάρχει πρόβλημα». Ωστόσο, ο νόμος είναι κάτι περισσότερο από σαφής και όταν τελικά το ζήτημα ήρθε σε γνώση τού τότε Δ.Σ. του Κέντρου, δυο μέλη έθεσαν θέμα εγκυρότητας του (επανα)διορισμού της, καθώς όπως είχαν επισημάνει τότε, εκτός όλων των άλλων προέκυπτε και θέμα νομιμότητας για όλες τις αποφάσεις χρηματοδότησης ταινιών που είχαν ληφθεί τους μήνες που η κ. Βενάκη εκτελούσε καθήκοντα γενικής διευθύντριας. Μπροστά στις αντιρρήσεις αυτές, η Ηλέκτρα Βενάκη είχε υποβάλει την παραίτησή της.
Μετά από αυτό το προϋπάρχον δυσάρεστο περιστατικό, είναι απορίας άξιο πώς η ιστορία επαναλαμβάνεται με πάνω-κάτω ανάλογους όρους. Ή μήπως ξανά «δεν υπάρχει πρόβλημα»;
