Η χρονιά που διανύουμε αφιερώθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού στον Ιάκωβο Καμπανέλλη, τιμώντας έτσι την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του «πατριάρχη του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου», του «συγγραφέα της συλλογικής μας συνείδησης», του «αναμορφωτή του νεοελληνικού θεάτρου». Κι αν το καλοσκεφτούμε, εκεί κάπου συναντούμε τον Καμπανέλλη: στο ενδιάμεσο δύο κορυφαίων για τη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας γεγονότων, του 1821 και του 1922. Μεταξύ της μιας μνήμης, που αναβιώνει την εθνική και λαϊκή εξέγερση για ελευθερία και ανεξαρτησία, και μιας άλλης, αμέσως μετά, που ακουμπά στο εθνικό τραύμα της Μικρασιαστικής Καταστροφής, της προσφυγιάς και του ξεριζωμού της Ρωμιοσύνης.
Ας μη βιαστούμε λοιπόν να πούμε ότι κατέχουμε τον Καμπανέλλη. Οταν κάποια στιγμή ως έθνος και ως φυλή μπορέσουμε να κρατήσουμε στο ίδιο χέρι τα δύο αυτά θεμέλια της πορείας μας, όταν αισθανθούμε το πεπρωμένο μας να συντίθεται από το χρέος της νίκης και τη σοφία της ήττας, τότε θα τον έχουμε κατανοήσει βαθιά.
Μα και πάλι δεν θα αρκεί αυτό για να τον τοποθετήσουμε στη θέση που του αρμόζει. Θα απομένει ακόμα κάτι που συχνά παραλείπουμε στις αναφορές μας σε αυτόν. Είναι η δική του τύχη που θα τον φέρει αμούστακο παιδί ακόμη στην Κατοχή σε επαφή με κάτι που ξεπερνά τον ιστορικό βίο της πατρίδας και βρίσκεται πολύ πιο πέρα από τη Νάξο και το Μεταξουργείο, όπου μεγάλωσε σαν Ελληνας, πολύ μακρύτερα από το Μεσολόγγι και το Αϊβαλί, τα οποία παρέλαβε σαν Ρωμιός. Είναι η εμπειρία ενός μακρινού στρατοπέδου με όνομα αταύτιστο, ένα ακόμα αλωνάκι της μαύρης ιστορίας της ανθρωπότητας, στο οποίο ο Καμπανέλλης θα κληθεί πρώτα να γνωρίσει βαθιά τον εαυτό του και ύστερα να συναντήσει το σημείο όπου η μια φυλή δένεται με την άλλη και όλες μαζί ακολουθούν την κοινή πορεία της ανθρωπότητας.
Χωρίς το Μαουτχάουζεν -που για τον Καμπανέλλη θα είναι σαν το μόνο της ζωής του ταξίδι- ο ασπούδαστος νεαρός από τη Νάξο θα αδυνατούσε να μεταβολίσει το βίωμα μιας φυλής θριαμβεύτριας και πληγωμένης στο ίδιο γύρισμα του χρόνου σε κάτι που ξεπερνά τον στενό κύκλο της όποιας πατρίδας και υψώνεται σε αληθινά πανανθρώπινο δημιούργημα.
Από τα τρία αυτά στοιχεία ο Καμπανέλλης συνθέτει την ταυτότητα του λογοτεχνικού ύφους του σε έργο που δανείζεται από το έθνος τους αγώνες για ελευθερία, από τη ρωμιοσύνη την αλήθεια και από το κρεματόριο του Μαουτχάουζεν το χρέος της ανθρωπιάς. Αγώνας, αλήθεια και ανθρωπιά, ιδού τα τρία πρωτεϊκά στοιχεία της δημιουργίας του Καμπανέλλη.
Αυτό δίνει στο έργο του, το πολυσχιδές και ασίγαστο, τη μόνη ταυτότητά του. Αλλιώς ως δημιουργός ο ίδιος δεν έμεινε ποτέ πιστός σε ένα είδος, σε μια φόρμα, σε ένα μέσον, ούτε καν σε μια τέχνη. Ο Καμπανέλλης υπήρξε στην πραγματικότητα ένας λογοτεχνικός πλάνητας, που δεν τον προσδιορίζει εύκολα κάποιος μύθος ή μια υφολογία. Ενας πλάνητας και φορέας μαζί τής αυθεντικά ελληνικής στοχαστικής προσαρμογής, που επιλέγει από το ξένο αυτό που θα μετατραπεί σε στοιχείο της ιθαγένειας.
Ως τέτοια, η παραγωγή του Καμπανέλλη ακολουθεί την εξέλιξη της συλλογικής μεταπολεμικής συνείδησης αλλά και τη διακύμανση της ανήσυχης δραματικής πρωτοπορίας. Μετά τον υπαρξισμό των πρώτων έργων του, κατακτά τον κοινωνικό ρεαλισμό του αμερικανικού θεάτρου και προχωρά στον ποιητικό ρεαλισμό, στρέφεται στο θέατρο παραλόγου, δεξιώνεται για ένα διάστημα το θέατρο-ντοκουμέντο, τάσσεται με τους λαϊκούς αγώνες με το στρατευμένο θέατρό του στη διάρκεια της δικτατορίας, ενώ στη Μεταπολίτευση ακολουθεί το πολιτικό θέατρο, για να εσωτερικευθεί σε ζητήματα που αφορούν πια τη νεοελληνική ιδιομορφία της δεκαετίας του ‘80. Στο τέλος, ώριμος πια και κατασταλαγμένος, εκβάλλει δημιουργικά στο «μεταθέατρο», σε έργα δηλαδή που το θέμα τους αφορά τη συνάντησή του με κλασικούς συγγραφείς.
Οπως πολύ σωστά ειπώθηκε, είναι αυτός που αναμόρφωσε τη νεοελληνική δραματική γραφή. Θα έλεγα ακόμη πως είναι και εκείνος που δημιούργησε ένα θέατρο ικανό να συμβαδίσει με την πορεία του έθνους και στη θέση ενός δράματος που μέχρι τότε αντιμετώπιζε το έθνος σαν κάτι στατικό, μπόρεσε να αντιπαραβάλει ένα θέατρο ιστορικό και πολιτικό, που θα συνοδεύει τους αγώνες, θα συντρέχει τον λαό και το ίδιο διαρκώς θα μεταλλάσσεται μαζί του.
Δεν εξαντλείται ασφαλώς με αυτά ο Καμπανέλλης… Μα ας προστεθούν ακόμα δύο παρατηρήσεις που απευθύνονται στον μελλοντικό μελετητή του Καμπανέλλη και στους μελλοντικούς σκηνοθέτες του. Ο μελετητής του Καμπανέλλη λοιπόν οφείλει να συμπεριλάβει δίπλα στο γνωστό έργο του και εκείνο που ο ίδιος πιθανόν δημιούργησε στο πλαίσιο της βιοποριστικής εργασίας στο θέατρο, στο ραδιόφωνο και τον εμπορικό κινηματογράφο. Το πρόσωπο του δημιουργού βρίσκεται πάντα εκεί και αυτό δεν αποκαλύπτεται μόνο στην ενδιάθετη ποιότητα με την οποία προίκισε κάθε εργασία του. Βρίσκεται ακόμη στο ίδιο το ήθος του που συντίθεται με την έλλειψη ελιτισμού, την αποστροφή προς κάθε διανοητισμό, την καταγγελία του κάθε ψευτο-προοδευτισμού – την άρνηση δηλαδή εκείνων των στοιχείων που από μια εποχή και μετά έγιναν οι μάστιγες της πνευματικής ζωής μας.
Κι από την άλλη, είναι εξάλλου σε αυτά τα εργαστήρια που σπούδασε και σμίλεψε τα εργαλεία του ένας αληθινός τεχνίτης του διαλόγου και της αμεσότητας, αποδέκτης της αυθεντικής εκφραστικότητας που καλλιέργησε η συντεχνία του. Ραδιόφωνο, κινηματογράφος, στιχουργία και θέατρο, πρωτότυπα έργα και διασκευές, έργα καλλιτεχνικά για το Θέατρο Τέχνης, το Εθνικό ή για το Πειραματικό Θέατρο, μαζί με πιο εμπορικές συνεργασίες: όλα αυτά είναι ο Καμπανέλλης.
Η τελευταία όμως παρατήρηση αφορά τους νέους καλλιτέχνες που θα θελήσουν να τον ανεβάσουν στο μέλλον. Η αλήθεια είναι ότι το στοιχείο της συνοδοιπορίας του με τις μεταπολιτευτικές ανάγκες δημιουργεί γύρω του μια αχλή αναφορικότητας σε συνθήκες που, κι αν ακόμη γίνονται κατανοητές, δεν είναι ακριβώς του παρόντος. Και ακόμη, αυτή η έρμη κατασυκοφαντημένη ηθογραφία, που εκτιμήθηκε κάποτε πως απομάκρυνε από τη σκηνή, να που επιστρέφει πάλι εκδικητικά, σκεπάζοντας με το ύφασμά της έργα «κοινωνικού προβληματισμού»…
Τι πρέπει λοιπόν να γίνει; Αρκεί να θυμόμαστε πως το έργο του Καμπανέλλη, εκτός από το να «ανεβαίνει», πρέπει κυρίως να μελετάται. Σαν κιβωτός της σύγχρονης Ελλάδας κουβαλά μέσα του βιώματα, όνειρα, τραύματα και αγώνες που καθόρισαν την ταυτότητά μας. Κι αν δεν μπορούμε πάντα να φέρουμε το έργο του «στο σήμερα», έχουμε την υποχρέωση να προχωρήσουμε εμείς προς αυτό. Θα αισθανθούμε έτσι πίσω από την όψη ή τη θεματολογία του πως η διαχρονικότητα του Καμπανέλλη κινείται σε βαθύτερο επίπεδο. Οσο μπορούμε να αισθανθούμε τα πρόσωπα και τις πόλεις που τον κατοίκησαν, όσο ακόμη μιλούν σε εμάς και εμείς ακούμε, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι πως καλά προχωρούμε. Με αγώνες, με αλήθεια και ανθρωπιά.
Γιατί τoν επιλέξαμε
Υπάρχει πάντα λόγος να θυμηθεί κάποιος τον μεγάλο αυτό δραματουργό, συγγραφέα και ποιητή, πολλώ δε μάλλον που το υπουργείο Πολιτισμού ανακήρυξε το 2022 «Ετος Ιάκωβου Καμπανέλλη», με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη γέννησή του.
