Τέσσερις ώρες. Τέσσερις ώρες μου αρκούν… Έχω τσιγάρα, έχω καφέ, έχω και λίγο κρασί για αργότερα… Έχω και τα αληθοφανή όνειρά μου ή την πραγματικότητα που τρυπώνει σαν δαίμονας για να πολεμήσει τις εικόνες, εκείνες τις χυδαίες εικόνες που κάποιος όρισε ως αλήθεια… Τέσσερις ώρες είναι αρκετές για να νιώσω το κρύο και την κρύα σιωπή, είναι βουητό στα αυτιά μου, είναι η υποτιθέμενη αλήθεια που φωτογράφιζα μια ζωή… Είναι μια κρυστάλλινη πουτάνα που βρισκόταν πάντα μπροστά μου με ύφος ειρωνικό και ανώριμα χυδαίο, είναι ένα … Τίποτα… Γράφω για να ξεχάσω το αδίστακτο αρπακτικό που προσπαθεί δίχως λόγο να μάς σώσει…»
Αλέξανδρος Σταματίου, φωτορεπόρτερ
Όταν ο Αλέξανδρος έγραφε τις παραπάνω γραμμές, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι μια χούφτα νέων παιδιών ,φοιτητών και φοιτητριών από όλη την Ελλάδα που έσμιξαν τις ανάσες τους στη Θεσσαλονίκη , θα του δώσει μιαν απάντηση αποστομωτική, αφοπλιστικά όμορφη κι αληθινή, με τον τρόπο της νεότητας. Σκηνή της δράσης τους ένα παλιό εργοστάσιο της ΒΙΟΜΕ.
Με προσωπική δουλειά το μετέτρεψαν σε χώρο πολιτισμού , με μαγειρείο, αίθουσα εκθέσεων και κυρίως μια θεατρική στέγη. Ο θίασος « Νέο Μέτα Καμπαρέ» συναντά τους Suburban Crew στο εργοστάσιο της ΒΙΟΜΕ. Οι Suburban Crew αυτοσυστήνονται ως « μια ομάδα ανθρώπων που συναντήθηκαν έχοντας ως κοινό τόπο τις αρχές του συνεργατισμού και της αυτοδιαχείρισης».
Κι ο Αλέξανδρος Σταματίου – ο φωτορεπόρτερ που αφιέρωσε τη ζωή του στα πεδία των μαχών να παλεύει να δώσει μια εικόνα αληθινή – στην πορεία του προς τα Σκόπια, εγκαταλείποντας για μια ακόμη φορά τη χώρα του με αηδία για τα τεκταινόμενα στην πολιτική σκηνή, εγκαταλείποντας μιαν Αθήνα που στα μάτια του φάνταζε νεκρή, περνά από τη Θεσσαλονίκη. Και βρίσκεται να παρακολουθεί την παράσταση των παιδιών.
Δέκα σκετς γραμμένα με χιούμορ, πικρή ειρωνεία μα και βαθύ στοχασμό από ένα νεαρό παιδί. Και ο φίλος μου ο Αλέξανδρος, που δεν έχασε την παιδική ψυχή του, όση φρίκη κι αν φωτογράφισε στα Βαλκάνια τη δεκαετία του 90, κλαίει σαν μικρό παιδί, γελάει σαν μικρό παιδί. Ειδικά στο τελευταίο σκετς, με το διαχρονικό μήνυμα του Πολυτεχνείου του 73. Εκεί που διαπιστώνει ότι τα παιδιά των 22 και 23 χρόνων γνωρίζουν με κάθε λεπτομέρεια τι συνέβη τότε, κι ας μην είχαν ακόμη γεννηθεί. Απλώνουν το χέρι στον Δημήτρη Παπαχρήστο , του κλείνουν συνωμοτικά το μάτι και του λένε: « Η φωνή σου δεν θα ξεχαστεί ποτέ..». « Αν ο Δημήτρης ήταν εκεί, θα άκουγε για μια ακόμη φορά τον εαυτό του μέσα από τα χείλη ενός μικρού παιδιού..».
Εκείνα τα παιδιά απέδειξαν στον Αλέξανδρο ότι ο κόσμος τους δεν είναι τόσο ξένος, « τελικά ζουν μαζί μας, δεν ξεχνούν, ονειρεύονται, σχεδιάζουν το μέλλον τους μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες και την κατάρα της εποχής μας και μάς αποδεικνύουν ότι είναι εκεί , πιο ζωντανά από ποτέ, απαντώντας στην ασχήμια με πολιτισμό, ευγένεια, χαμόγελα, πηγαίο γέλιο. Καταφέρνουν να μάς επαναφέρουν στην πραγματικότητα που έχουμε αρχίσει να ξεχνάμε, τι ουσιαστικά μάς κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και μάς ξυπνά». Στο τέλος της παράστασης, τον πήραν αγκαλιά, τον ανέβασαν στη σκηνή και με αγωνία ρωτούσαν : « Πώς σας φάνηκε;».
Δεν είχε λόγια ο φίλος μου. Τι να τους πει; Ότι τον έκαναν να κλάψει; Τα έβλεπαν τα δάκρυα στα μάτια του. Ότι κατόρθωσαν να χαράξουν και πάλι στα πικραμένα χείλη του το γέλιο; Τον έβλεπαν να κλαίει και να γελά και να αγκαλιάζεται μαζί τους . Και δεν ήθελαν τίποτε άλλο από το ανεκτίμητο «εύγε». Μα ο φίλος μου ένοιωθε πολύ μικρός για να το δώσει. Γιατί το ήξερε βαθιά μέσα του πως τα παιδιά μας, μάς έχουν ξεπεράσει. Και απάντησαν στην ηττοπάθεια, στον φόβο, στη μιζέρια της εποχής τους στήνοντας με τα γυμνά χέρια τους από την αρχή μια θεατρική παράσταση με τον τρόπο της ελεύθερης ψυχής που δεν καταδέχεται να σκύψει παρά μόνο από αγάπη.
Κι όλοι εμείς τα χειροκροτούμε, υπενθυμίζοντάς τους τα λόγια ενός άλλου ονειροπόλου κι εραστή του θεάτρου, του Φρίντριχ Σίλλερ. « Όταν δεν θα διδάσκεται πια καμία ηθική, δεν θα βρίσκει πίστη καμιά θρησκεία, δεν θα υφίσταται κανείς νόμος, θα εξακολουθεί να μάς προξενεί ρίγος η Μήδεια σαν θα κατεβαίνει τρεκλίζοντας την κλίμακα του ανακτόρου και θα έχει πια τελεστεί η παιδοκτονία. Ιαματικός τρόμος θα καταλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, και μες στη σιγαλιά θα μακαρίζει καθένας την ήσυχη συνείδησή του, όταν η λαίδη Μάκβεθ, μια φριχτή υπνοβάτις, θα πλύνει τα χέρια της και θα αναζητά όλα τα αρώματα της Αραβίας για να εξαλείψει την απαίσια δυσωδία του φόνου. Όσο είναι βέβαιο ότι η ορατή εξεικόνιση επενεργεί ισχυρότερα από το νεκρό γράμμα και την ψυχρή αφήγηση, άλλο τόσο είναι βέβαιο πως το θέατρο δρα βαθύτερα και διαρκέστερα από την ηθική και τους νόμους».
*Φιλόλογος και ποιήτρια
Σημείωση: Τον Αλέξανδρο Σταματίου πήγε στον συγκεκριμένο χώρο ο καθαριστής στα σχολεία της Θεσσαλονίκης, Γιάννης Παπαδόπουλος.
