«Βρισκόμαστε πραγματικά σε κατάσταση σοκ», είπε η κυβερνήτης της Νέας Υόρκης Κάθι Χόκαλ για τη φονική πυρκαγιά σε πολυώροφο κτίριο του Μπρονξ την Κυριακή που στοίχισε τη ζωή σε τουλάχιστον 19 ανθρώπους, ανάμεσά τους εννέα παιδιά και οδήγησε δεκάδες άλλους στο νοσοκομείο, 13 εκ των οποίων σε κρίσιμη κατάσταση.
Πρόκειται για τη φονικότερη πυρκαγιά στα χρονικά της πόλης μετά το 1990, όταν 87 άνθρωποι, όλοι μετανάστες από τη Λατινική Αμερική, σκοτώθηκαν σε πυρκαγιά σε νυχτερινό κέντρο το οποίο λειτουργούσε χωρίς άδεια, καθώς δεν πληρούσε κανένα κανονισμό πυρασφάλειας.
Λίγες μόλις μέρες νωρίτερα, η Αμερική είχε συγκλονιστεί από μια άλλη φονική πυρκαγιά σε φτωχική πολυκατοικία στη Φιλαδέλφεια όπου διέμεναν οικογένειες Αφροαμερικανών, σκοτώνοντας 12, ανάμεσά τους 8 παιδιά. Αν αναλογιστούμε μάλιστα ότι η αμέσως προηγούμενη φονικότερη πυρκαγιά με 13 θύματα είχε σημειωθεί πάλι σε πολυκατοικία στο Μπρονξ το 2017 -για να μην αναφερθούμε και στην εκατόμβη στον πύργο του Γκρένφελ στο Λονδίνο- δεν είναι δύσκολο να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα ότι τέτοιες «τραγωδίες» συνήθως έχουν ταξικό χαρακτήρα.
Κυρίως μετανάστες από την Αφρική, οι περισσότεροι από την Γκάμπια, διέμεναν στο 19ώροφο κτίριο του Μπρονξ το οποίο, όπως πολλά άλλα ανάλογα κτίρια, προσέφερε στέγη με φτηνό ενοίκιο. Μόνο που η φτήνια δεν περιοριζόταν μόνο εκεί. Το συγκεκριμένο κτίριο πληρούσε πολλές προδιαγραφές ώστε κάποια στιγμή να συμβεί η «απόλυτη καταιγίδα» -εν προκειμένω, πυρκαγιά. Είχε χτιστεί το 1972 και είχε χωριστεί σε 120 διαμερίσματα.
Διέθετε εσωτερική σκάλα, όχι όμως κι έξοδο κινδύνου. Επίσης, επειδή ήταν παλιότερο κτίριο, δεν διέθετε μηχανισμό πυρόσβεσης ούτε πληρούσε τον νεότερο κανονισμό του Δήμου της Νέας Υόρκης που ορίζει ότι οι πόρτες των διαμερισμάτων πρέπει να έχουν ένα ειδικό μηχανισμό για να κλείνουν μόνες τους σε περίπτωση που οι ένοικοι τις ξεχάσουν ανοιχτές, ούτως ώστε σε περίπτωση φωτιάς αυτή να μην επεκταθεί γρήγορα στο υπόλοιπο διαμέρισμα και κατ΄επέκταση, στο κτίριο.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της Πυροσβεστικής και όπως ανακοίνωσε επίσημα και ο νέος δήμαρχος της πόλης Ερικ Ανταμς, ο οποίος μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του, η φωτιά ξεκίνησε από ηλεκτρικό θερμαντικό σώμα στον δεύτερο όροφο και επεκτάθηκε γρήγορα από την ανοιχτή πόρτα στον υπόλοιπο όροφο. Κι ενώ η φωτιά δεν πρόλαβε να ανεβεί πολύ ψηλά, το κτίριο γέμισε γρήγορα με πυκνό καπνό που ήταν και η αιτία θανάτου για τα περισσότερα θύματα. Μάλιστα, οι περισσότεροι τραυματίες νοσηλεύονται όχι με εγκαύματα, αλλά με σοβαρά αναπνευστικά και καρδιακά προβλήματα. Κι ενώ οι ανιχνευτές φωτιάς λειτούργησαν και χτύπησε συναγερμός, αρκετοί ένοικοι στην αρχή δεν έδωσαν σημασία επειδή οι συναγερμοί χτυπούσαν συχνά χωρίς συγκεκριμένη αιτία.
Σε διαδικτυακή συνέντευξη Τύπου που έδωσε χθες ο πρόεδρος της Ενωσης Πυροσβεστών Αντριου Ανσμπρο είπε πως εκείνο το κτίριο, όπως και άλλα στην ίδια περιοχή, είναι γνωστά για «δύσκολες φωτιές», εξηγώντας ότι δεν ανταποκρίνονται στους κανονισμούς πυρασφάλειας που ισχύουν στην πόλη. «Οταν αφήνουμε κτίρια που προσφέρουν φτηνή στέγη ολόκληρες δεκαετίες χωρίς χρηματοδότηση θέτουμε ανθρώπινες ζωές σε κίνδυνο», είπε στο δίκτυο MSNBC ο Δημοκρατικός βουλευτής Ρίτσι Τόρες, ο οποίος εκλέγεται στο ίδιο εκλογικό διαμέρισμα.
Η κυβερνήτης Κάθι Χόκαλ δήλωσε πως η πολιτεία θα αναλάβει τις κηδείες των θυμάτων, ενώ παράλληλα θα δημιουργηθεί ένα ταμείο στήριξης για τους επιζήσαντες. Πιστεύεται πως ανάμεσά τους πρέπει να βρίσκονται αρκετοί παράτυποι μετανάστες, γεγονός που ίσως τους κάνει διστακτικούς στο να ζητήσουν βοήθεια. Ο δήμαρχος Ερικ Ανταμς απηύθηνε χθες έκκληση προς τους πληγέντες να ζητήσουν βοήθεια από τις αρχές ανεξάρτητα από το μεταναστευτικό τους στάτους, διαβεβαιώνοντάς τους πως τα στοιχεία τους δεν θα καταλήξουν στις υπηρεσίες μετανάστευσης, ενώ την ίδια έκκληση απηύθηνε αργότερα και ο Δημοκρατικός πρόεδρος της Γερουσίας Τσακ Σούμερ.
