Δημοσιονομική «σύνεση» προτείνει η Κομισιόν στην Ελλάδα για τα επόμενα χρόνια, προκειμένου να αντιμετωπιστούν το υψηλότατο χρέος και οι υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες. Με τρεις εκθέσεις που δημοσίευσε χθες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι Βρυξέλλες έδωσαν μεν το πράσινο φως για την εκταμίευση των κερδών από τα ελληνικά ομόλογα ύψους 767 εκατ. ευρώ για την ελάφρυνση του χρέους, αναφέροντας ότι η Ελλάδα έχει καταγράψει πρόοδο σε διάφορους τομείς, σημείωσαν όμως και αρκετούς αστερίσκους, τις ανησυχίες και τις διορθωτικές κινήσεις που πρέπει να γίνουν στην ελληνική οικονομία.
12η ΕΚΘΕΣΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ: Σύμφωνα με τη 12η έκθεση ενισχυμένης εποπτείας, καθυστερήσεις καταγράφονται στις μεταρρυθμίσεις του χρηματοπιστωτικού τομέα, την εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων οφειλών, την υγειονομική περίθαλψη και τις μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη, που απαιτούν προσοχή πριν από τα μέσα του 2022.
Ωστόσο, «παρά τις καθυστερήσεις που σημειώθηκαν σε ορισμένους τομείς, που εν μέρει συνδέονται με τις δύσκολες συνθήκες που προκλήθηκαν από την πανδημία ή τις καταστροφικές πυρκαγιές τον Αύγουστο του 2021», η έκθεση σημειώνει ότι η Ελλάδα έχει παρουσιάσει πρόοδο στις δεσμεύσεις της. Συγκεκριμένα, πρόοδος καταγράφεται στον τομέα της ενέργειας (παρά τις ανεξέλεγκτες ανατιμήσεις) και της δημόσιας δημοσιονομικής διαχείρισης, ενώ σημαντικά βήματα έγιναν και προς την ολοκλήρωση των περισσότερων από τις ειδικές δεσμεύσεις τους έως τον Απρίλιο του 2022.
Οι προβλέψεις της Κομισιόν αναφέρουν σημαντική μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος το 2022. Η φθινοπωρινή πρόβλεψη της Επιτροπής για το 2021 αναμένει ότι το πρωτογενές έλλειμμα θα βελτιωθεί από 7,6% του ΑΕΠ το 2021 σε 1,2% του ΑΕΠ το 2022. Αυτό συγκρίνεται με την πρόβλεψη για έλλειμμα 1% του ΑΕΠ στο σχέδιο προϋπολογισμού του 2022. «Η βελτίωση του ισοζυγίου που προβλέπεται για το 2022 αντανακλά τη συνεχιζόμενη ανάκαμψη και τη σταδιακή κατάργηση των περισσότερων μέτρων έκτακτης ανάγκης», σημειώνει η Κομισιόν, που προσθέτει ότι το Ταμείο Ανάκαμψης αναμένεται να δημιουργήσει σημαντικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη, η οποία στη συνέχεια οδηγεί σε θετικό αντίκτυπο στα δημόσια έσοδα.
Ωστόσο, το έλλειμμα που προβλέπει η Επιτροπή για το 2022 είναι κάπως υψηλότερο από ό,τι είχε προβλεφθεί την άνοιξη του 2021. Η αναθεώρηση αντανακλά το κόστος των πρόσθετων μέτρων και τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες το 2022 λόγω της νωρίτερης από την προγραμματισμένη παράδοσης στρατιωτικού εξοπλισμού, με επιδείνωση του ισοζυγίου κατά 0,1% του ΑΕΠ το 2022.
ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ: Στο κομμάτι του προϋπολογισμού, οι Βρυξέλλες είναι ξεκάθαρες: Ως χώρα με υψηλό χρέος και αυξημένες προκλήσεις βιωσιμότητας μεσοπρόθεσμα ακόμα και πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας, στην Ελλάδα «είναι σημαντικό να διατηρηθεί η συνετή δημοσιονομική πολιτική προκειμένου να διασφαλιστούν βιώσιμα δημόσια οικονομικά μεσοπρόθεσμα κατά τη λήψη υποστηρικτικών δημοσιονομικών μέτρων».
Λαμβάνοντας υπόψη τη δυναμική της ανάκαμψης, η Ελλάδα καλείται να επανεξετάζει τακτικά τη χρήση, την αποτελεσματικότητα και την επάρκεια των μέτρων στήριξης και να είναι έτοιμη να τα προσαρμόσει, εφόσον είναι απαραίτητο, στις μεταβαλλόμενες συνθήκες.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει τη σημασία της σύνθεσης των δημόσιων οικονομικών και της ποιότητας των δημοσιονομικών μέτρων, μεταξύ άλλων μέσω επενδύσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη, ιδίως με τη στήριξη της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης. Τα περισσότερα από τα έκτακτα μέτρα στήριξης θα καταργηθούν σταδιακά το 2021 και αυτά που περιλαμβάνονται στο σχέδιο δημοσιονομικού προγράμματος του 2022 αποσκοπούν στην τόνωση της συνολικής ζήτησης και της απασχόλησης, η οποία θα στηρίξει μια βιώσιμη ανάκαμψη χωρίς αποκλεισμούς.
Επιπλέον, οι επενδύσεις και οι μεταρρυθμίσεις που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης, κατά την Κομισιόν, θα συμβάλουν σημαντικά στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση. Τέλος, η πραγματοποίηση δημοσιονομικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως οι αναθεωρήσεις δαπανών, ο προϋπολογισμός επιδόσεων, η ολοκλήρωση της λειτουργικής ταξινόμησης και η ανάπτυξη ενός πράσινου προϋπολογισμού, αναμένεται να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα των δημόσιων οικονομικών.
ΜΑΚΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΝΙΣΟΡΡΟΠΙΕΣ: Η Ελλάδα είναι μία από τις τρεις χώρες στις οποίες καταγράφονται υπερβολικές ανισορροπίες (οι άλλες δυο είναι η Κύπρος και η Ιταλία), σύμφωνα με την έκθεση του Μηχανισμού Επαγρύπνησης. Υψηλό χρέος, ανεργία, μεγάλο ποσοστό «κόκκινων» δανείων, χαμηλές εξαγωγικές επιδόσεις και διεθνής επενδυτική θέση είναι οι βασικοί κίνδυνοι που επισημαίνονται. Οπως σημειώνεται στην έκθεση, ύστερα από μια απότομη συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 9% το 2020, το πραγματικό ΑΕΠ προβλέπεται να ανακάμψει, με ανάπτυξη να φτάσει στο 7,1% το 2021, στο 5,2% το 2022. Το ονομαστικό επίπεδο ΑΕΠ το 2022 προβλέπεται να είναι 2,4% υψηλότερο από το 2019. Συμπερασματικά, η Κομισιόν συστήνει να υπάρξει περαιτέρω εξέταση στη διατήρηση των μακροοικονομικών κινδύνων και παρακολούθηση της προόδου για την άρση των υπερβολικών ανισορροπιών.
Το «βιώσιμο» χρέος και το μακρινό (;) 2030
Μεγάλες αλλαγές στην αξιολόγηση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους, που προβλέπεται να κλείσει στο 203% του ΑΕΠ φέτος, δεν περιλαμβάνει η 12η έκθεση ενισχυμένης εποπτείας. Ωστόσο, ο συνδυασμός με την αξιολόγηση του προϋπολογισμού 2022 και με την έκθεση για τις «υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες», από τις οποίες αυτονοήτως ως βασικότερη προβάλλεται το ιλιγγιώδες ελληνικό χρέος, επιβάλλει να ρίξουμε μια ματιά στις γκρίζες ζώνες της κατά Ευρωπαϊκή Επιτροπή Εκθεσης Βιωσιμότητας (DSA).
«Η αβεβαιότητα παραμένει σε υψηλά επίπεδα», αναφέρει η έκθεση, η οποία, ενώ στο βασικό σενάριο προβλέπει ότι οι ετήσιες ανάγκες αναχρηματοδότησης του χρέους μετά το 2030 παραμένουν κάτω από το 15% του ΑΕΠ, που έχει οριστεί ως πλαφόν βιωσιμότητας, σε δύο άλλα δυσμενή σενάρια εκτροχιάζεται από τα όρια ασφαλείας: στο μεν σενάριο «υψηλού ρίσκου» οι ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες ανεβαίνουν στο 18% του ΑΕΠ, ενώ στο σενάριο χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης, με ετήσια αύξηση του ΑΕΠ περί το 3%, το ποσοστό ξεπερνά το 20% του ΑΕΠ. Καταλαβαίνει κανείς, όταν το ΔΝΤ προβλέπει μακροπρόθεσμα για την Ελλάδα ετήσια αύξηση του ΑΕΠ 1%, ότι ο τρόπος που αξιολογούν οι Βρυξέλλες τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους είναι σαν να κρύβουν τα σκουπίδια κάτω από το χαλί, αλλά προφανώς κανείς δεν έχει όρεξη να ανοίξει τώρα τη ζοφερή συζήτηση για την ανάγκη νέας αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους. Μήπως το 2030 σας φαίνεται πολύ μακρινό για να ανησυχούμε; Κι όμως, απέχει όσο το 2010 του 1ου Μνημονίου.
