«Ποια σχέση έχει η δημοκρατία με αυτό;», διερωτόταν πριν από λίγες μέρες η Washington Post για την παγκόσμια σύνοδο για τη δημοκρατία που συγκάλεσε ο Τζο Μπάιντεν, παραφράζοντας τον στίχο του γνωστού τραγουδιού της Τίνα Τέρνερ «What’s love got to do with it?».
Η διαδικτυακή σύνοδος ξεκίνησε χθες με τη συμμετοχή περίπου 110 χωρών, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, και αναμένεται να ολοκληρωθεί σήμερα. Πριν όμως ακόμα από την έναρξή της ξεσήκωσε πολλές αντιδράσεις εντός κι εκτός αμερικανικών συνόρων για τη λίστα των προσκεκλημένων, για τις χώρες που έμειναν εκτός, για την προσέγγισή της και εν τέλει, για την ίδια της την ύπαρξη.
Η Κίνα και η Ρωσία, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν έλαβαν πρόσκληση. «Οι πυροβολισμοί και η φάρσα στο Καπιτώλιο αποκάλυψαν πλήρως τι κρύβεται κάτω από την πομπώδη βιτρίνα της δημοκρατίας αμερικανικού τύπου», ήταν η αντίδραση του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών. Η δε εκπρόσωπος του ρωσικού ΥΠΕΞ Μαρία Ζαχάροβα χαρακτήρισε «άθλια» τη στάση με τους αυθαίρετους αποκλεισμούς χωρών, «με δεδομένη την κατάσταση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις ΗΠΑ και στη Δύση γενικότερα».
Υπήρξαν κι άλλοι όμως που έμειναν εκτός. Η Σιγκαπούρη, η Ουγγαρία, η μόνη χώρα της Ε.Ε. που δεν προσκλήθηκε, η σύμμαχος Τουρκία και αρκετοί άλλοι. «Η λίστα προσκεκλημένων του Λευκού Οίκου παραλείπει έθνη όπως η Βολιβία και η Σιέρα Λεόνε, ενώ υποδέχεται άλλα όπως το Ιράκ και το Πακιστάν με πολύ χειρότερες δημοκρατικές επιδόσεις, αφήνοντας την κυβέρνηση εκτεθειμένη στην εύκολη κριτική ότι κατάρτισε τη λίστα εισόδου βασιζόμενη πρωτίστως στα αμερικανικά στρατηγικά συμφέροντα και όχι στη δέσμευσή της απέναντι στις αρχές της δημοκρατίας», σχολίαζε η Washington Post.
Στην εναρκτήρια ομιλία του χθες, ο Μπάιντεν επισήμανε τον κίνδυνο υποχώρησης της δημοκρατίας σε παγκόσμιο επίπεδο και υποσχέθηκε ότι «οι ΗΠΑ θα ηγηθούν με το παράδειγμά τους». Την ίδια στιγμή όμως δεχόταν κριτική και από άλλα φιλοκυβερνητικά μέσα για τη χρονική συγκυρία αυτής της διαδικτυακής φιέστας όταν έχει να αντιμετωπίσει μια σειρά προκλήσεων στο εσωτερικό, με πρώτη την πανδημία.
Τα κρούσματα αυξάνονται και τα νοσοκομεία εξακολουθούν να δέχονται πίεση λόγω και των μεταλλάξεων, αλλά και της άρνησης αρκετά σημαντικής μερίδας του πληθυσμού να εμβολιαστεί. Οι ασθενείς που νοσηλεύονται με κορονοϊό ξεπερνούν τις 55.000. Είναι αρκετά λιγότεροι σε σχέση με τον Σεπτέμβριο, αλλά κατά 15% περισσότεροι μέσα στις δύο τελευταίες εβδομάδες, σύμφωνα με ανάλυση των New York Times. Ο μέσος όρος ημερήσιων κρουσμάτων ανέρχεται στις 121.300, αύξηση κατά 27% από τις δύο προηγούμενες εβδομάδες, ενώ οι θάνατοι έχουν αυξηθεί κατά 12% με τον μέσο όρο τους να βρίσκεται στους 1.275 ημερησίως, σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα.
Οι New York Times σε χθεσινό ρεπορτάζ τους επισήμαιναν επίσης πως η Αμερική, προτού επιχειρήσει να λύσει τα προβλήματα της δημοκρατίας στον κόσμο, θα πρέπει πρώτα να σκύψει πάνω από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η δική της δημοκρατία. «Είναι φανερό ότι οι ΗΠΑ αυτή τη στιγμή διανύουν ένα δύσβατο μονοπάτι», είπε στην αμερικανική εφημερίδα ο Μάικλ Αμπράμοβιτς, πρόεδρος του Freedom House, μιας ανεξάρτητης ομάδας που ασχολείται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία.
Οι ΗΠΑ, όπως ανέφερε, κατατάσσονται στην 50ή θέση στον ετήσιο πίνακα που καταρτίζει το Freedom House σχετικά με την ελευθερία ανά τον κόσμο. Τον περασμένο μήνα επίσης, το International Institute for Democracy and Electoral Assistance (Διεθνές Ινστιτούτο για τη Δημοκρατία και την Εκλογική Συμμετοχή), που εδρεύει στη Στοκχόλμη, τοποθέτησε τις ΗΠΑ στη λίστα των χωρών όπου η δημοκρατία βρίσκεται σε υποχώρηση.
«Δεν γίνεται να προσπαθείς να εξαγάγεις και να υπερασπιστείς τη δημοκρατία στον κόσμο όταν δεν μπορείς να την υπερασπιστείς στη χώρα σου», λέει στους New York Times ο Κλιφ Ολμπράιτ, συνιδρυτής και διευθυντής του Black Voters Matter Fund, μιας προοδευτικής μη κερδοσκοπικής οργάνωσης για την ενδυνάμωση της ψήφου των Αφροαμερικανών με έδρα την Ατλάντα. «Δεν μπορείς να παριστάνεις τον παγκόσμιο πυροσβέστη την ώρα που καίγεται το δικό σου σπίτι».
