Είναι κοινός τόπος ότι τα ειδησεογραφικά μέσα και προπαντός τα δημόσια –όχι κρατικά/κυβερνητικά– όπως η ΕΡΤ κατά τη διαδικασία επιλογής, ιεράρχησης και παρουσίασης των ειδήσεων οφείλουν να εφαρμόζουν όχι εντυπωσιοθηρικά κριτήρια για εξασφάλιση τηλεθέασης υπό την πίεση του ανταγωνισμού και του fast thinking, αλλ’ ούτε και να λειτουργούν ως απλοί αναμεταδότες (ή άλλως διαμεταβιβαστικοί ιμάντες) των όποιων απόψεων.
Απεναντίας, σε μια εποχή γενικευμένης δυσπιστίας και ελλιπούς πληροφόρησης ή/και παραπληροφόρησης, οι δημοσιογράφοι της δημόσιας τηλεόρασης πρέπει να είναι αμερόληπτοι, να γνωρίζουν τα θέματα που προβάλλονται, να διασταυρώνουν τις πηγές τους και, ιδίως στις ενημερωτικές εκπομπές λόγου, να είναι σε θέση να διεξάγουν τεκμηριωμένο και νηφάλιο διάλογο τηρώντας πάντοτε την αρχή της «κοινωνικής υπευθυνότητας του Τύπου».
Αρκετά από αυτά δεν τηρήθηκαν στην πρωινή εκπομπή της ΕΡΤ 1 «Από τις έξι» της Παρασκευής 22 Οκτωβρίου. Στην εκπομπή εκείνη φιλοξενήθηκε ένας διαμαρτυρόμενος, και καλός χειριστής της γλώσσας, κύριος που την προηγούμενη ημέρα θέλησε μετ’ επιτάσεως να εισέλθει σε κομμωτήριο χωρίς μάσκα παρά τις περί του αντιθέτου υποδείξεις των υπευθύνων της επιχείρησης. Στο δε αστυνομικό όργανο που εκλήθη, ο κύριος αυτός υπέβαλε μήνυση ζητώντας ένα υπέρογκο χρηματικό ποσό.
Αφηγούμενος παραστατικά το περιστατικό στους συντελεστές της εκπομπής ο εν λόγω κύριος διατύπωσε την άποψη ότι, αποτρέποντάς του την είσοδο, το αστυνομικό όργανο παραβίασε βασικό ανθρώπινο δικαίωμα και με μια σειρά λοξών –κατά τη γνώμη μου– νομικών συλλογισμών αποφάνθηκε ότι ο αστυφύλακας υπέπεσε στο αδίκημα της εσχάτης προδοσίας. Στη νομικοφανή αυτή αιτίαση οι δύο δημοσιογράφοι δεν αντέταξαν κάποιο επιχείρημα, αλλ’ αρκέστηκαν με την ολοκλήρωση της συνέντευξης σε ένα μειδίαμα μάλλον ειρωνικό.
Το να δίνεις ελεύθερα βήμα σε απόψεις αυτού του τύπου χωρίς ουσιαστική και επαρκή ανταπάντηση είναι κατά τη γνώμη μου μια δημοσιογραφική στάση που στη συγκεκριμένη συγκυρία παραβιάζει την αρχή της κοινωνικής υπευθυνότητας του Τύπου.
Επιλέγοντας να παρουσιάσουν-φιλοξενήσουν το θέμα με μόνο κριτήριο την τρέχουσα ειδησεογραφική του αξία (news worthiness) σε μια περίοδο που στη χώρα καταγράφεται υψηλός διψήφιος αριθμός ανεμβολίαστων νεκρών, η αναντίλεκτη προβολή θέσεων που μαχητικά διακηρύσσουν εναντιότητα στα μέτρα προστασίας κατά του κορονοϊού είναι ενέργεια που δεν λαμβάνει υπόψη τις απρόβλεπτες και μη σκοπούμενες συνέπειες της συγκεκριμένης επιλογής τους. Διότι η από τηλεοπτικού βήματος προβολή αρνητών της πανδημίας χωρίς ουσιαστική αντίκρουση των επιχειρημάτων τους κατά κανόνα ενισχύει τη στάση των ομοϊδεατών τους, προσελκύει τους αμφιρρέποντες και λειτουργεί ως αυτο-εκπληρούμενη προφητεία.
Οπωσδήποτε, δεν συμβάλλει στη συλλογική προστασία κατά της Covid-19. Οταν κάθε μέρα χάνονται άνθρωποι, αναλώνονται δημόσιοι πόροι και ταλαιπωρείται το ιατρικό και υγειονομικό προσωπικό, εκείνο που νομίζω ότι χρειάζεται από ειδησεογραφικής απόψεως είναι ερευνητική δημοσιογραφία –είδος που τείνει να εκλείψει στη χώρα μας– και μεγαλύτερη επαγγελματική υπευθυνότητα.
Στην κοινωνία διακινούνται απόψεις πολλές και διάφορες. Αλλες πλειοψηφικές, άλλες ετερόδοξες, άλλες μισαλλόδοξες και άλλες παράδοξες. Σκεφθείτε λόγου χάριν τους δωδεκαθεϊστές, τους οπαδούς του Αρτέμη Σώρρα, τους τρομοκράτες, τους ρατσιστές, τους συνωμοσιολόγους, τους flat earthers (τους οπαδούς της επίπεδης Γης), τους θαυμαστές του Στάλιν, τους φασίστες, τους αντισημίτες, τους παιδόφιλους (που στην Ολλανδία έχουν και κομματική εκπροσώπηση), τους αρνητές της πανδημίας κοκ.
Στο όνομα ποιας ισόρροπης προβολής και με ποια κριτήρια θα επιλέγονταν να διακινηθούν οι απόψεις τους (όχι οι πράξεις τους) στα δημόσια μέσα ενημέρωσης –και όχι μόνο– εκτός από την ανάγκη μεγαλύτερης τηλεθέασης ή ακροαματικότητας; Θα ήταν λογοκρισία ή αυτο-λογοκρισία αν απείχαν από μια τέτοια επιλογή τα ειδησεογραφικά μέσα αναλαμβάνοντας την ευθύνη (και) του παιδευτικού τους ρόλου; Γιατί άραγε συχνά-πυκνά οι ειδήσεις της δημόσιας τηλεόρασης μιμούνται τις χειρότερες πλευρές της ειδησεογραφίας των ιδιωτικών καναλιών;
*Πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών, καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας και Επικοινωνίας, ΕΚΠΑ
