Το «βασικό εισόδημα» είναι μια πολύ παλιά ιδέα. Ο πρώτος που αναφέρθηκε έμμεσα ήταν ο Thomas More, στο «Utopia». Ενα βιβλίο που δημοσιεύτηκε το 1516 και περιγράφει το σύστημα διακυβέρνησης του ομώνυμου φανταστικού νησιωτικού κράτους. Η «Utopia» εξακολουθεί να είναι ένα από τα πιο πολυσυζητημένα έργα, καθώς ακόμα και σήμερα οι μελετητές δεν έχουν καταλήξει στο αν ο More περιγράφει το απραγματοποίητο ή την ιδέα. Το ίδιο ισχύει και για το «βασικό εισόδημα». Αλλοι το απορρίπτουν ως οικονομικά ανέφικτο και κοινωνικά καταστρεπτικό, ενώ άλλοι προτιμούν να το αντιμετωπίζουν ως πολιτικό όραμα που θα περιορίσει τις ανισότητες και θα ενισχύσει τη δημοκρατία.
Στο «βασικό εισόδημα» αναφέρθηκαν και πολλοί μεταγενέστεροι διανοητές, αλλά στα πεντακόσια χρόνια που πέρασαν από τη «Utopia» εξακολούθησε να είναι εγκλωβισμένο στα στενά όρια των λέξεων με τις οποίες περιγράφεται το ιδεατό, αφού δεν κατάφερε να γίνει συστατικό της εφαρμοσμένης πολιτικής. Δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστήριζε κανείς ότι ο συνδυασμός του «βασικού εισοδήματος» με την «εγγύηση της εργασίας» θα μπορούσε να αποτελέσει το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να οικοδομηθεί η απάντηση στην ακραία εκδοχή του ατομικισμού που κυριαρχεί στη διακυβέρνηση.
Οταν ξέσπασε η οικονομική κρίση του 2008, η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας και η Παγκόσμια Τράπεζα έδειξαν ενδιαφέρον για το «βασικό εισόδημα». Αυτό όμως το ενδιαφέρον έμεινε στα χαρτιά, αφού ποτέ δεν έγινε συστατικό της εφαρμοσμένης πολιτικής. Κάτι ανάλογο συνέβη και με την «εγγύηση της εργασίας», αν και αυτή κρίθηκε ως πιο εύκολα υλοποιήσιμη σε σχέση με την προοπτική μιας μηνιαίας επιταγής, που θα καταβάλλεται σε όλους που βρίσκονται εκτός της εργασίας.
Η πανδημία και το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι επανέφεραν την ανάγκη εφαρμογής πολιτικών οι οποίες θα στόχευαν στην παροχή χρηματικών πόρων για να αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι τις βασικές τους βιοτικές ανάγκες. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι τα προγράμματα εισοδηματικής ενίσχυσης που εφαρμόστηκαν στην εποχή του κορονοϊού είχαν γνωρίσματα που συνάδουν με την ιδέα του «βασικού εισοδήματος», αλλά ο χαρακτήρας του προσωρινού και οι αποκλεισμοί που θεσπίστηκαν (τα περισσότερα συνδέθηκαν με τον προηγούμενο χρόνο εργασίας) άφησαν εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς εισοδηματική προστασία. Το πραγματικό «βασικό εισόδημα» δεν είναι ένα βραχυπρόθεσμο επίδομα, αλλά ένα μόνιμο πρόγραμμα που προσφέρει τα απαραίτητα για μια αξιοπρεπή ζωή.
Ομως και η «εγγύηση της εργασίας» ως νομικά εκτελεστό δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή εργασία για οποιονδήποτε σε ηλικία εργασίας, ανεξάρτητα από το καθεστώς της αγοράς εργασίας, τη φυλή, το φύλο, το χρώμα ή τη θρησκεία, παρέμεινε ανεκπλήρωτη.
Οι πολιτικές ελίτ αρνήθηκαν να εφαρμόσουν μόνιμες πολιτικές προστασίας, προφανώς σκεπτόμενες ότι με το να δοθεί εγγύηση είτε του δικαιώματος στην εργασία είτε του δικαιώματος για ένα εισόδημα που θα εξασφαλίζει στους ανθρώπους αξιοπρεπή διαβίωση, ήταν σαν να ακυρώνουν βασικά συστατικά της οικονομίας της αγοράς. Προτίμησαν όμως να μην το παραδεχθούν δημόσια, αφού μια τέτοια ομολογία θα λειτουργούσε ως επικυρωμένη δήλωση στήριξης των οικονομικών ελίτ. Αντ’ αυτού επινόησαν επιχειρήματα λογιστικού περιεχομένου. Προφάσεις εν αμαρτίαις.
Για το «βασικό εισόδημα» υποστήριξαν ότι αποθαρρύνει την εργασία και ότι είναι πολύ ακριβή η εφαρμογή του. Ισχυρά επιχειρήματα και τα δύο. Το 2020 ο υποψήφιος των Δημοκρατικών Andrew Yang πρότεινε την εφαρμογή ενός προγράμματος «βασικού εισοδήματος» για να αντιμετωπιστεί η διαρθρωτική ανεργία που προκαλείται από τον αυτοματισμό. Οικονομολόγοι υπολόγισαν ότι το κόστος της πρότασης έφτανε τα 2,8 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Ομως μια επισταμένη ανάλυση θα δείξει ότι τελικά το «βασικό εισόδημα» δεν είναι τόσο ακριβό όσο φαίνεται. Κατ’ αρχάς, ένα μέρος της δαπάνης μπορεί να επιστρέφει στον προϋπολογισμό μέσω της φορολογίας – άμεσης και έμμεσης. Από τη στιγμή που ο στόχος του είναι να εξασφαλίσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, αυτό σημαίνει ότι η τελική κατάληξή του θα είναι η κατανάλωση πάνω στην οποία επιβάλλονται ήδη έμμεσοι φόροι. Παράλληλα, δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί το γεγονός ότι μπορεί να μειώσει τις δαπάνες για άλλες κατηγορίες παροχών που δίνονται σε κοινωνικές ομάδες που αντιμετωπίζουν προβλήματα φτώχειας. Η διεθνής βιβλιογραφία παρέχει άφθονα παραδείγματα για το πώς το επίπεδο του εισοδήματος επηρεάζει τις δημόσιες δαπάνες για την υγεία, την εκπαίδευση και την κοινωνική ένταξη ή επανένταξη.
Ανάλογα επιχειρήματα πρόβαλλαν και οι επικριτές της παροχής «εγγύησης εργασίας». Ομως η έρευνα που έκανε το Levy Economics Institute και αφορούσε τις ΗΠΑ, αποκάλυψε ότι ένα μεγάλο πρόγραμμα εγγύησης θέσεων εργασίας το οποίο θα απασχολεί 15 εκατομμύρια άτομα στα 15 δολάρια την ώρα με παροχές, θα προκαλούσε ανάπτυξη περί το 2,5% του ΑΕΠ, θα δημιουργούσε 3.000.000-4.000.000 νέες θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, και όλα αυτά χωρίς να προκαλεί πληθωρισμό, ενώ ταυτόχρονα θα ελάφρυνε τον προϋπολογισμό, αφού θα περιορίζονταν οι συνολικές δαπάνες πρόνοιας.
Αλλά το πιο ανησυχητικό είναι ότι οι πολιτικές ελίτ «παραλείπουν» συστηματικά να αναφερθούν στα οφέλη που θα έχει η δημοκρατία από την εφαρμογή προγραμμάτων που εξασφαλίζουν στις ευάλωτες ομάδες ασφάλεια για το μέλλον και μια αξιοπρεπή ζωή. Τόσο το «βασικό εισόδημα» όσο και η «εγγύηση της εργασίας» είναι πολιτικές που μπορεί να αποδυναμώσουν τους λαϊκιστές και τα αυταρχικά καθεστώτα, που σήμερα αποτελούν τη μεγίστη απειλή για τη δημοκρατία.
Η έκρηξη των λαϊκιστικών κομμάτων και των αυταρχικών καθεστώτων που καταγράφεται την τελευταία δεκαετία συνδέεται με την αντίληψη ότι οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ αδιαφορούν για τους ανθρώπους που βρίσκονται στη βάση ή κοντά στη βάση της οικονομικής πυραμίδας. Προφανώς αυτοί που διαχειρίζονται σήμερα τις τύχες της δημοκρατίας πιστεύουν ότι αυτή αξίζει λιγότερο από τα λίγα ή περισσότερα δισεκατομμύρια που θα δαπανήσουν για να κάνουν τους ανθρώπους να επανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους σ’ αυτήν.
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
