ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Φίλιπ Λαμ*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

O Τσάβι επέστρεψε. Με αυτόν ως προπονητή, η Μπαρτσελόνα επιδιώκει να αναβιώσει μια μοναδική εποχή. Ηταν παίκτης παγκόσμιας κλάσης χάρη στην τεχνική και στο ποδοσφαιρικό του «μάτι». Επαιζε πάντα στρατηγικά, σκεπτόμενος την ομάδα. Υποστήριζε τους συμπαίκτες του ως ο κινητήριος μοχλός της ομάδας, προετοίμαζε με ακρίβεια τις φάσεις, πάντα έβρισκε λύσεις. Φαινόταν αδύνατο να του αφαιρέσει κανείς την μπάλα, ακόμα και όταν ήταν περικυκλωμένος.

Στο απόγειο του Τσάβι, η εθνική ομάδα της Ισπανίας ήταν πρακτικά ανίκητη και κατέκτησε διαδοχικά το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, το Παγκόσμιο Κύπελλο και ξανά το Ευρωπαϊκό. Στους δύο τελικούς του EURO το 2008 και το 2012, έδωσε την ασίστ για συνολικά τέσσερα γκολ. Στο ίδιο διάστημα, κυριάρχησε στο Τσάμπιονς Λιγκ με την Μπαρτσελόνα – κατέκτησε τον τίτλο δύο φορές και έφτασε τέσσερις φορές στα ημιτελικά. «Ηταν η καλύτερη ομάδα που αντιμετωπίσαμε ποτέ», είχε δηλώσει ο προπονητής της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, Αλεξ Φέργκιουσον, αρκετά χρόνια μετά την ήττα στον τελικό του 2011, όταν το «τίκι-τάκα» βρισκόταν στην κορυφή.

Στη μεσαία γραμμή, ο Τσάβι αλληλοσυμπληρωνόταν ιδανικά με τον Αντρές Ινιέστα. Ο Τσάβι ήταν ο μετρονόμος, ο Ινιέστα ο «κουβαλητής». Οι δυο τους μοιράζονταν τη δουλειά με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν ο Λούκα Μόντριτς με τον Τόνι Κρόος, οι οποίοι με τη Ρεάλ Μαδρίτης διαδέχθηκαν την Μπαρτσελόνα ως σημείο αναφοράς για το ευρωπαϊκό συλλογικό ποδόσφαιρο. Αλλο κοινό σημείο των Τσάβι και Τόνι Κρόος είναι η υψηλή ποιότητα της μακρινής πάσας τους.

Ο Τσάβι ταίριαζε απόλυτα στη φιλοσοφία της Μπαρτσελόνα. Υπό τη «διεύθυνση» του Πεπ Γουαρδιόλα, οι Τσάβι, Ινιέστα, Πουγιόλ και Μέσι, τότε οι καλύτεροι ποδοσφαιριστές στον κόσμο, ήταν οι εκφραστές της ιδέας ότι όλοι οι παίκτες μπορούν να κάνουν τα πάντα. Μαζί ανέβασαν την ισορροπία μεταξύ επίθεσης και άμυνας σε νέα επίπεδα. Πλέον δεν μετρούσε ο σωματότυπος, ούτε στην επίθεση ούτε στην άμυνα.

Εκείνο τον καιρό, θα μπορούσα να είχα μεταγραφεί στην Μπαρτσελόνα. Θα ήταν εξαιρετική εμπειρία να συνυπάρξω στον αγωνιστικό χώρο με αυτούς τους τεράστιους παίκτες. Κοιτάζω πίσω με δάκρυα στα μάτια, αλλά και με χαμόγελο. Ως παιδί του Μονάχου, ήθελα τόσο πολύ να κατακτήσω το Τσάμπιονς Λιγκ με τον σύλλογό μου, την Μπάγερν. Δεν θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου αν δεν ήμουν παρών στον θρίαμβο του 2013 στο «Ουέμπλεϊ». Εκείνο τον καιρό, η Μπαρτσελόνα ήταν παράδειγμα προς μίμηση παγκοσμίως για άλλο λόγο: χορηγός της φανέλας της ήταν η UNICEF.

Οι καιροί έχουν αλλάξει. Οι παίκτες παίζουν ακόμα σημαντικότερο ρόλο για την επίτευξη των αποτελεσμάτων. Η Μπαρτσελόνα κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ για τελευταία φορά το 2015. Από τότε δεν έχει ξαναβρεθεί στον τελικό – αντίθετα το όνομά της έχει συνδεθεί με βαριές ήττες: 2-8 από την Μπάγερν Μονάχου, 0-4 στο Λίβερπουλ, 0-3 στη Ρώμη, 1-4 στο Παρίσι, πρόσφατα 0-3 στη Λισαβόνα. Αυτή είναι η αρνητική πλευρά του ποδοσφαίρου που απαιτεί υψηλή τεχνική και υψηλό επίπεδο ευφυΐας από όλους, αλλά δεν δίνει προτεραιότητα στη φυσική κατάσταση. Μερικές φορές εκπυρσοκροτεί και χτυπάει σαν μπούμερανγκ.

Ποδόσφαιρο που μοιάζει στον Γιουσέιν Μπολτ

Η γοητεία της Μπαρτσελόνα έχει ελαττωθεί και το κυριαρχικό στιλ με ποσοστό κατοχής 70% και άνω έχει αμφισβητηθεί. Ηδη το 2010 και το 2012, η Ιντερ και η Τσέλσι «έφραξαν» το τέρμα τους και απέκλεισαν την Μπαρτσελόνα στα ημιτελικά. Σήμερα καθένας θέλει να ακολουθήσει το αξίωμα «όλοι πίσω από την μπάλα». Συχνά, μόνο τα γκολ από στατικές φάσεις, αντεπιθέσεις ή άλλες σκληρές λύσεις μπορούν να αντισταθμίσουν αυτό το αξίωμα.

Το ποδόσφαιρο έχει γίνει γρηγορότερο, πιο στιβαρό, πιο physical. Ακόμα και ο Γουαρδιόλα έχει προσαρμοστεί στο Μάντσεστερ. Το φίνο στιλ του είναι μεν αναγνωρίσιμο, αλλά επιτρέπει το πιο αμυντικό παιχνίδι. Το τωρινό ποδόσφαιρο έχει νέους πρωταγωνιστές στον αγωνιστικό χώρο: Τρεντ Αλεξάντερ-Αρνολντ, Πολ Πογκμπά, Βινίσιους Ζούνιορ, Αλφόνσο Ντέιβις ή Ερλινγκ Χόλαντ – όλοι αθλητές που μοιάζουν περισσότερο με τον Γιουσέιν Μπολτ παρά με τον ύψους 1,70 μ. Τσάβι.

Και ο Λιονέλ Μέσι αγωνίζεται στην Παρί Σεν Ζερμέν. Υπάρχει, μάλιστα, μια νέα οικονομική κόντρα. Το 2011, η Μπαρτσελόνα και η Ρεάλ Μαδρίτης, οι σύλλογοι με τον μεγαλύτερο τζίρο στον κόσμο, ακολουθούνταν από απόσταση από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ (365 εκατομμύρια ευρώ), την Μπάγερν Μονάχου (320 εκατ.) και την Τσέλσι (250). Σήμερα πραγματοποιούνται μεγάλες επενδύσεις σε διάφορα μέρη. Στην Ευρώπη, υπάρχουν περίπου δέκα σύλλογοι με ετήσιο τζίρο ανώτερο του μισού δισεκατομμυρίου ευρώ. Στο μεταξύ, τουλάχιστον 20 σύλλογοι κοντράρονται για να αποκτήσουν τους καλύτερους παίκτες. Πολλοί σύλλογοι είναι στα χέρια ζάπλουτων ιδιοκτητών – σε αυτούς προστέθηκε πρόσφατα η Νιούκαστλ.

Η δυναμική που έχει πυροδοτήσει η αγορά επηρεάζει και τους προπονητές, που επίσης αποκτώνται ως αστέρες. Κάποτε ο Αρσέν Βενγκέρ, ο Αλεξ Φέργκιουσον ή ο Γιόχαν Κρόιφ εξελίχθηκαν σε θεσμούς στους συλλόγους τους λόγω της φιλοσοφίας τους. Στην Μπουντεσλίγκα, ο Κρίστιαν Στράιχ θα γιορτάσει σύντομα τα δέκα χρόνια του στον πάγκο της Φράιμπουργκ. Ποιος γνωρίζει σήμερα τον Γκι Ρου, που ήταν προπονητής της Οσέρ από το 1964 έως το 2000; Η Οσέρ και η Φράιμπουργκ είναι «φωλιές», όπου ο ιδιόρρυθμος Ρου και ο Στράιχ γνωρίζουν τον απόλυτο σεβασμό.

Ακόμα και ο Γιούργκεν Κλοπ χρειάστηκε τέσσερα χρόνια μέχρι να κερδίσει τίτλους με τη Λίβερπουλ. Το να δίνεται χρόνος στους προπονητές είναι πλέον η εξαίρεση. Στην Μπαρτσελόνα, αμφότεροι οι προκάτοχοι του Τσάβι άντεξαν στη θέση τους λιγότερο από δύο χρόνια συνολικά. Οι περισσότεροι από τους δέκα κορυφαίους τεχνικούς, όπως ο Μαουρίσιο Ποτσετίνο, ο Τόμας Τούχελ, ο Αντόνιο Κόντε ή ο Κάρλο Αντσελότι, εναλλάσσονται κάθε δυο-τρία χρόνια στους πάγκους των οικονομικά εύρωστων συλλόγων στο Λονδίνο, στη Μαδρίτη και στο Παρίσι. Γι’ αυτούς, είναι σημαντικότερο να δημιουργήσουν καλή ατμόσφαιρα και να γίνουν αποδεκτοί από τους αστέρες των αποδυτηρίων.

Ο Ζινεντίν Ζιντάν, που κατέκτησε το Τσάμπιονς Λιγκ τρεις διαδοχικές χρονιές με τη Ρεάλ Μαδρίτης (2016 έως 2018), λέει για τον εαυτό του: «Τακτικά, δεν είμαι ο καλύτερος προπονητής». Ηγήθηκε της ομάδας του με την αύρα του. Αυτός είναι τώρα ο αποφασιστικός παράγοντας, όχι η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη μιας αγωνιστικής φιλοσοφίας. Ακόμα και η Λίβερπουλ στηρίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη για τον σχεδιασμό της ομάδας.

Ο Τσάβι έχει το απαραίτητο χάρισμα. Είναι ελάχιστοι αυτοί που έχουν ανταποκριθεί στο ιδανικό της Μπαρτσελόνα όσο αυτός, που εκπροσωπούν τη χρυσή της εποχή τόσο αξιόπιστα όσο αυτός. Τώρα καλείται να αναπαραγάγει την εποχή εκείνη υπό διαφορετικές συνθήκες. Ενα δύσκολο εγχείρημα…


* Ο Φίλιπ Λαμ, Γερμανός πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής, αρχηγός της πρωταθλήτριας κόσμου 2014, είναι ο διευθυντής της Οργανωτικής Επιτροπής του EURO 2024 που θα φιλοξενήσει η χώρα του

Τα κείμενα του Φίλιπ Λαμ θα εμφανίζονται τακτικά στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Είναι μια παραγωγή σε συνεργασία με τον Oliver Fritsch του γερμανικού περιοδικού «Zeit Online» και δημοσιεύεται σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων: Gazeta Wyborcza (Πολωνία), Denník N (Σλοβακία), Guardian (Αγγλία), Sport (Τσεχία), La Repubblica (Ιταλία), Telesport (Κροατία), Politiken (Δανία), Voetbalmagazine (Βέλγιο), L’Équipe (Γαλλία), Delo (Σλοβενία), Tribuna (Ουκρανία & Λευκορωσία), Haaretz (Ισραήλ), Sports Daily (Ρωσία), El País (Ισπανία), Expresso (Πορτογαλία), Aftonbladet (Σουηδία), Makfudbal (Βόρεια Μακεδονία), Postimees (Εσθονία), Verdens Gang (Νορβηγία), 444 (Ουγγαρία), Irish Times (Ιρλανδία), Lead (Ρουμανία), Morgunblaðið (Ισλανδία), Sankt-Petersburgskie vedomosti (Ρωσία), Gazeta Sheshi (Κόσοβο), Times of Malta (Μάλτα), Ilta-Sanomat (Φινλανδία)