Πάντα θεωρούσα κοινοτοπίες τις ηθικολογίες περί νέας γενιάς χρεοκοπημένων αξιών, μειωμένης αγωνιστικότητας και ήσσονος πολιτιστικής αντίληψης. Κάθε γενιά καλείται να ερμηνεύσει τα δεδομένα της εποχής της και να απαντήσει τα ζητούμενά της. Αναλαμβάνει να διαχειριστεί τα κληρονομημένα επιτεύγματα και σφάλματα των προηγουμένων, αλλά συνάμα είναι εξ ολοκλήρου υπεύθυνη για τη δική της μοίρα.
Η γενιά μας, των 30-40, συναντά τη χώρα σε στιγμή που αναζητά εναγωνίως νέα κατεύθυνση. Που για καιρό πορεύεται στην ηττοπαθή λογική του λιγότερου κακού, διότι δεν γνωρίζει το καλό. Οχι γιατί είναι «άνους» αλλά γιατί δεν το έχει συγκροτήσει ως όραμα. Για πρώτη φορά μάς ορίζουν τα γεγονότα και όχι οι ιδέες. Και οι λέξεις γίνονται στολίδια, όχι δομικά υλικά. «Ενδύουν» τα γεγονότα, περιγράφοντάς τα, δεν τα προκαλούν.
Αυτή η απουσία προσανατολισμού και η αδήριτη ανάγκη έμπνευσης που τη συνοδεύει έγιναν καταφανείς εξ αφορμής του θανάτου του Μίκη Θεοδωράκη. Η απώλεια της εμβληματικής μορφής του σηματοδότησε το οριστικό -και συμβολικά- τέλος της Μεταπολίτευσης, ενός μακρού δρόμου χειραφέτησης της ελληνικής κοινωνίας, που όρισε τις ζωές των γονιών μας και, αντανακλαστικά, τις δικές μας. Μισό αιώνα μετά, έχοντας βαδίσει, έστω με παρεκκλίσεις, τον δρόμο αυτόν, στεκόμαστε στο έσχατο σημείο του μουδιασμένοι, διστάζοντας να αποτολμήσουμε το πέρασμα στην επόμενη φάση.
Ετσι, πολλοί βιώσαμε την απώλεια για κάτι «αλλοτινό» και συγχρόνως «δικό μας». Σε μία συνθήκη που οι βεβαιότητες κλονίζονται, τα κεκτημένα απειλούνται και οι ελευθερίες περιστέλλονται, στο πρόσωπο του Μίκη Θεοδωράκη χάθηκε ακόμη μία από τις σταθερές μας. Προλάβαμε να γίνουμε κοινωνοί αφηγήσεων των άμεσα δρώντων μίας φορτισμένης περιόδου μεγάλων διεκδικήσεων, τραγουδήσαμε τους μεγάλους ποιητές και συνθέτες της. Αναρωτήθηκα τι θα λένε -αν θα λένε- όλα αυτά, τώρα ή κάποτε, στα παιδιά των 10 – 15 ετών σήμερα, σε ένα περιβάλλον, όπου η διαχωριστική γραμμή σημαντικού και ασήμαντου, σοβαρού και γραφικού, αληθούς και ψευδούς έχει χαθεί. Οπου το σημαντικό γίνεται μέγεθος μετρήσιμο αποκλειστικά σε likes ή views, όχι βάσει ύφους και τρόπου. Οπου το σημαντικό ταυτίζεται με το εμπορικό. Οπου η πολιτική ολοένα προσομοιάζει σε προϊόν life-style. Οπου προωθείται ο εύκολος εντυπωσιασμός.
Στην αποδρομή του 2021 και στον απόηχο μιας υποτονικής επετείου των 200 ετών, το πένθος λειτούργησε ως ορόσημο συλλογικής περισυλλογής και με έναν ιδιότυπο τρόπο κατέδειξε μιαν ακλόνητη αλήθεια: το επαναστατικό στοιχείο του παρελθόντος συγκινεί, διότι εκλείπει και αποτελεί ζητούμενο του παρόντος. Το πένθος, με τρόπο αντιφατικό, μας έδειξε την ευθύνη μας: να δημιουργήσουμε πάλι ελπίδα.
Η γενιά μας, η πιο μορφωμένη γενιά της σύγχρονης Ελλάδας, είναι και εκείνη που αισθάνεται περισσότερο αφιλόξενα στη χώρα. Μία γενιά χωρίς μεγάλα πάθη, χωρίς πολλές εξάρσεις, χωρίς συνθήματα, μία γενιά ορθολογική, που επιζητά το αποτέλεσμα, που ζυγίζει τις προϋποθέσεις, που η αγωνιστικότητά της έγκειται στην εργατικότητά της. Η γενιά της χαμένης ευημερίας είδε μέρος των ονείρων της να ματαιώνεται. Με κατάλοιπα θλίψης και εγωισμού και με κυρίαρχη την ανάγκη επιβίωσης, υιοθέτησε κουλτούρα προσωπικής προόδου, που όμως δεν μετουσίωσε σε αίτημα κοινωνικής προόδου. Εβλεπε με δυσπιστία το πολιτικό σύστημα, δεν προσέβλεπε λύσεις από αυτό· μάλλον το ανεχόταν.
Είναι η στιγμή να βγει από τη λογική της συμβιβαστικής αναμονής και ως συνδετικός κρίκος των γενεών να πρωταγωνιστήσει. Να εμπνευστεί από τις ιδέες, τις αξίες, τις διεκδικήσεις του παρελθόντος, αλλά να οικοδομήσει το νέο με άφθαρτα υλικά. Να εκπέμψει ένα άλλο ήθος και ύφος και να εκφράσει την αλλαγή, όχι ως ευχή αλλά ενσαρκώνοντάς την σε πρόσωπα και στάσεις. Να αποποιηθεί τη νοοτροπία του επαγγελματία πολιτικού, που διεκπεραιώνει πιστά τα μέρη της πολυπαιγμένης παράστασης. Να συνειδητοποιήσει τα όρια της επανάστασης του διαδικτύου, να βγει από το ατομικό και να συναντήσει το συλλογικό, συγκροτώντας ολοκληρωμένες ιδέες που μπορούν να καταστούν πλειοψηφικά αιτήματα. Να νοηματοδοτήσει εκ νέου με περιεχόμενο τις μεγάλες αξιακές έννοιες, να παραγάγει τους δικούς της μύθους.
Η γενιά μας έχει το δικό της χρέος: Να διεκδικήσει τον ρόλο της στην ιστορία.
* διδάκτορας Πολιτικής Επικοινωνίας στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών
