Στο πλαίσιο του ξεπεράσματος της εκτατικής οικονομικής ανάπτυξης λόγω της υπαγωγής της επιστήμης ως άμεσης παραγωγικής δύναμης (βιολογικοποίηση της παραγωγής, machine learning, artificial intelligence, 5G, automation, 3D printers) σε συνδυασμό με τον κεντρικό σχεδιασμό, η Κίνα εισέρχεται σε ένα νέο στάδιο οικονομικής προόδου. Το στάδιο αυτό δεν είναι άλλο από την εντατική οικονομική ανάπτυξη.
Ετσι η Κίνα οδηγείται νομοτελειακώς από μια χώρα χαμηλής παραγωγικότητας και οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου σε πρώτη βιομηχανική δύναμη παγκοσμίως εξοβελίζοντας από το βάθρο τον παραδοσιακά αποκαλούμενο δυτικό κόσμο.
Γίνεται κατανοητό λοιπόν πως η κύρια τάση που δημιουργείται λόγω των παραπάνω γεγονότων είναι ότι η Κίνα σε μεσοπρόθεσμο διάστημα θα μπορεί να ανατρέψει το εις βάρος της μέχρι τώρα ισοζύγιο στρατιωτικών δυνάμεων σε σχέση με τον δυτικό κόσμο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η δυνατότητα να μπορεί να αλλάξει πρακτικά το παγκόσμιο status quo, το οποίο έχει διαμορφωθεί ύστερα από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη μετέπειτα κατάρρευση της ΕΣΣΔ.
Οι παραπάνω αιτίες είχαν ως αποτέλεσμα οι ΗΠΑ να επαναπροσδιορίσουν τους στρατηγικούς τους στόχους αδιάφορα με το ποιος βρίσκεται αυτή τη χρονική στιγμή στο τιμόνι διακυβέρνησης της χώρας (Δημοκρατικοί ή Ρεπουμπλικανοί). Ως απόρροια των νέων στρατηγικών προτεραιοτήτων των ΗΠΑ επήλθε και η στρατηγική αναδιάταξη των δυνάμεών τους από τη Μέση Ανατολή προς τον Ινδο-Ειρηνικό, αφήνοντας «ένα κενό» –από τη σκοπιά των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων– οικονομικής και πολιτικής εκμετάλλευσης του ήδη πολύπαθου αραβικού κόσμου.
Από τη μια μεριά το «κενό» αυτό θέλει να το καλύψει η Γαλλία εκπροσωπώντας το ευρωπαϊκό κεφάλαιο το οποίο ψάχνει τη σχετική του αυτονομία από το παραδοσιακό αγγλοσαξονικό ξαδελφάκι του. Αυτή η «ευρωπαϊκή εκπροσώπηση» δεν πρέπει να κατανοείται γραμμικά αλλά ως μια τάση με πολλές αντιθέσεις στο εσωτερικό της όπως αυτή του γερμανικού με το γαλλικό κεφάλαιο. Από την άλλη μεριά βρίσκονται κυρίως η Τουρκία και η Ρωσία, οι οποίες βλέπουν τον ρόλο τους στη Μέση Ανατολή να αναβαθμίζεται μετά τη μερική αποχώρηση των ΗΠΑ.
Στο πλαίσιο των παραπάνω αιτιών μπορεί να κατανοηθεί νηφάλια η ελληνο-γαλλική αμυντική συμφωνία, η οποία καθιστά την Ελλάδα επιτομή του δόρατος των γαλλικών συμφερόντων στον αραβικό κόσμο και στην υποσαχάρια Αφρική. Με αποτέλεσμα να αυξάνεται σε μεγάλο βαθμό ο κίνδυνος εμπλοκής της Ελλάδας σε έναν proxy-war (πόλεμος δι’ αντιπροσώπων) στην ευρύτερη περιοχή του Σαχέλ και της Μέσης Ανατολής. Γίνεται επομένως σαφές πως η ελληνο-γαλλική αμυντική συμφωνία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα αληθινά συμφέροντα του εργαζόμενου λαού σε όλες τις εμπλεκόμενες χώρες που αυτή αφορά.
Ετσι από τους παραπάνω όρους γεννάται η αναγκαιότητα ένωσης και οργάνωσης των εργαζομένων όλων των χωρών τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο ώστε να αποτρέψουν τα σχέδια που γίνονται εις βάρος τους και στη συνέχεια να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα τα οποία συμπίπτουν με τις αληθινές ανάγκες ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Ισως εδώ ταιριάζουν καλύτερα τα λόγια του μεγάλου Τούρκου κομμουνιστή ποιητή, Ναζίμ Χικμέτ, για τη δράση του εργαζόμενου λαού: «Αδέρφια Ελληνες, υπάρχουν δύο Τουρκίες και δύο Ελλάδες. Η αληθινή και η ψεύτικη. […] Η μια είναι η Ελλάδα του Μπελογιάννη και των χιλιάδων Ελλήνων πατριωτών που υποφέρουν στις φυλακές. Η πατρίδα του ελληνικού λαού. Αυτή είναι η γνήσια Ελλάδα. Είναι η Τουρκία με τους χιλιάδες Τούρκους πατριώτες που σαπίζουν στα μπουντρούμια. Η Τουρκία του τουρκικού λαού. Αυτή είναι η γνήσια Τουρκία. […].»
*πτυχιούχος του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών
Η επιστολή δημοσιεύτηκε στο φύλλο της «Εφ.Συν.» τη Δευτέρα 01/11/2021.
