Ηταν σαν θεατρικός μονόλογος. Μια μεσόκοπη γυναίκα, σχετικά καλοντυμένη, μου ζητά την άδεια να ακουμπήσει στο παγκάκι, πλάι μου, μια γεμάτη σακούλα του σούπερ μάρκετ. Ισως διστάζει να καθίσει και η ίδια από τον φόβο του κορονοϊού. Στέκεται όρθια απέναντί μου. Από τη σακούλα εξέχουν πλατιά πράσινα φύλλα με κόκκινες φλέβες. «Πήρατε παντζάρια;» τη ρωτώ.
«Τι να πάρω; Φασολάκια; Μπάμιες; Πανάκριβα. Ολο το καλοκαίρι δεν μαγείρεψα ούτε φασολάκια ούτε μπάμιες. Και τι να πω για τις ντομάτες! Πήρα παντζάρια επειδή ήταν τα πιο φτηνά». Στη συνέχεια μιλά για τα φρούτα. Ξέρει τις τιμές τους απέξω κι ανακατωτά. Τόσο τα σταφύλια, τόσο τα μήλα, τόσο τα ρόδια. Απλησίαστα. «Κάποτε πήγαινα στο σούπερ μάρκετ με χαρά. Τώρα με πιάνει πανικός». Και η γυναίκα αυτή δεν μιλά ούτε για ψάρια, ούτε για μπριζολάκια, ούτε για τυριά.
Το διαφημιστικό σύνθημα «Είναι κεφάτη, γυρίζει απ’ του Βερόπουλου» μοιάζει εξίσου αναχρονιστικό με τον στίχο «τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα». Βέβαια, το μαρτύριο του σύγχρονου Ταντάλου, που όταν απλώνει το χέρι να φτάσει κάποιο φρούτο από τα δέντρα, τα κλαδιά απομακρύνονται, δεν το βιώνουν όλοι. Κάποιοι αγοράζουν φρούτα και λαχανικά χωρίς να νοιάζονται για την τιμή τους, άλλοι αγοράζουν και σιχτιρίζουν και άλλοι δεν αγοράζουν καθόλου.
Για να αποφευχθούν οι κρίσεις πανικού μπροστά στα ράφια, οι μεγάλες αλυσίδες τροφίμων πολλαπλασιάζουν τις προσφορές τους, π.χ. με την αγορά ενός κουβά και μιας σφουγγαρίστρας, άλλη μία δώρο.
Και ο πανικός της κυρίας συνοδεύεται από την επίγνωση ότι οι τιμές θα εξακολουθήσουν να ανεβαίνουν και ας διαβεβαιώνει η κυβέρνηση ότι οι αυξήσεις θα είναι προσωρινές – και όχι μόνο των οπωροκηπευτικών. Ο πανικός θα μείνει πανικός; Σε τι θα μετασχηματιστεί; Σε οργή, σε συλλογική δράση, στην αναζήτηση ατομικών στρατηγικών επιβίωσης;
Ο Τάνταλος της μυθολογίας τιμωρήθηκε για τα βαριά κρίματά του. Ποια κρίματα πληρώνουν τα εκατομμύρια των ανέργων, των χαμηλοσυνταξιούχων, των κακοπληρωμένων εργαζομένων που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν μια στοιχειωδώς υγιεινή διατροφή για την οικογένειά τους; Η κυρία με τα παντζάρια δεν νοιάζεται ούτε για τα τηλεοπτικά ριάλιτι, ούτε για το Σαχέλ, ούτε για την έμφυλη βία, ούτε για τις φασιστικές συμμορίες που σηκώνουν κεφάλι. Δικαιολογημένα νοιάζεται για τον άρτο τον επιούσιο, εννοείται στη διευρυμένη του έννοια. Δεν έχει κέφι να τραγουδήσει τον «Χορό των μπιζελιών» της «Λιλιπούπολης», αφού ξέρει ότι στον χορό αυτόν δεν είναι καλεσμένη.
