Διατήρηση ανοικτού διαύλου επικοινωνίας με την προσωρινή κυβέρνηση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, χωρίς αυτό να σημαίνει την επίσημη αναγνώρισή τους.
Ομόφωνη αναγνώριση της ανάγκης άμεσης αντιμετώπισης της κλιμακούμενης ανθρωπιστικής κρίσης στην κεντροασιατική χώρα, που βρίσκεται στο χείλος της κοινωνικοοικονομικής κατάρρευσης.
Διατήρηση του αεροδρομίου της Καμπούλ (με τη συνδρομή της Τουρκίας και τους Κατάρ) και των αφγανικών συνόρων ανοιχτών, με εγγυήσεις της ασφάλειας εντός τους για το προσωπικό του ΟΗΕ, διπλωματικών αποστολών και οργανώσεων αρωγής.
Στήριξη της θέσης των γυναικών, υπό το νέο καθεστώς των σκληροπυρηνικών ισλαμιστών.
Αυτό είναι επιγραμματικά τα γενικόλογα το αποτέλεσμα της έκτακτης τηλεδιάσκεψης κορυφής των G20, που οργάνωσε χθες η τρέχουσα ιταλική προεδρία του διεθνούς φόρουμ ειδικά για την αφγανική κρίση.
«Είναι πολύ δύσκολο να δούμε πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τον λαό του Αφγανιστάν, χωρίς να συμπεριλάβουμε τους Ταλιμπάν», παραδέχθηκε με το πέρας της ο Ιταλός πρωθυπουργός και «οικοδεσπότης», Μάριο Ντράγκι. Εξ ου και οι G20, ανέφερε, υπήρξε «γενική εντολή» στα Ηνωμένα Εθνη να συντονίσουν τη διεθνή απάντηση στα προβλήματα του Αφγανιστάν.
Ηταν η πρώτη φορά που οι ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη συζήτησαν τις συνέπειες της στρατιωτικής αποχώρησης των ΗΠΑ και των ΝΑΤΟϊκών συμμάχων τους, έπειτα από 20 χρόνια ατελέσφορου πολέμου στα αφγανικά εδάφη και της ανακατάληψης της εξουσίας από τους Ταλιμπάν, στις 15 Αυγούστου.
Διά της απουσίας τους, πάντως, έλαμψαν οι πρόεδροι της Κίνας και της Ρωσίας, Σι και Πούτιν, αν και οι χώρες τους εκπροσωπήθηκαν σε επίπεδο υπουργών (ενόσω η Μόσχα υπογράμμιζε και πάλι στην επισκεπτόμενη Αμερικανίδα υφυπουργό Εξωτερικών, Βικτόρια Νούλαντ, τη ρωσική αντίθεση σε οποιαδήποτε στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Κεντρική Ασία).
Στην τηλεδιάσκεψη, εν τω μεταξύ, δεν προσκλήθηκαν καν -σε αντίθεση με άλλους οργανισμούς και φορείς- δύο κομβικές χώρες στη διαχείριση της αφγανικής κρίσης: το Πακιστάν και το Ιράν.
Με το βλέμμα στραμμένο ανήσυχα προς τις νέες προσφυγικές ροές από το Αφγανιστάν, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε, χθες, πακέτο στήριξης συνολικού ύψους 1 δισεκατομμυρίου ευρώ για τον αφγανικό λαό και όμορες χώρες.
«Ημασταν σαφείς σχετικά με τους όρους μας για οποιαδήποτε εμπλοκή με τις αφγανικές Αρχές, συμπεριλαμβανομένου του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», τόνισε στην παρέμβασή της η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. «Μέχρι στιγμής, οι αναφορές μιλούν από μόνες τους. Ομως ο μέσος Αφγανός δεν πρέπει να πληρώσει το τίμημα των ενεργειών των Ταλιμπάν», υπογράμμισε -την ώρα που αξιωματούχοι της Ε.Ε. και των ΗΠΑ είχαν, χθες, συνομιλίες με στελέχη του νέου καθεστώτος της Καμπούλ, στην Ντόχα του Κατάρ.
«Αυτό που μας ανησυχεί είναι η οικονομική απομόνωση της χώρας (…) και ο μεγάλος αριθμός των εκτοπισμένων, περίπου 600.000 εντός της χώρας. Το γεγονός αυτό έχει αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις», σχολίασε η γαλλική προεδρία, διαβεβαιώνοντας ότι δεν τίθεται καμία προϋπόθεση για να λάβει το Αφγανιστάν διεθνή ανθρωπιστική βοήθεια, πέραν του γεγονότος ότι δεν θα διατεθεί απευθείας στους Ταλιμπάν.
«Είναι αναπόφευκτο το ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα επηρεαστούν από τη μεταναστευτική πίεση, στην οποία θα εκτίθεται η Τουρκία στα νότια και ανατολικά σύνορά της», προειδοποίησε για πολλοστή φορά από την πλευρά του ο Τούρκος πρόεδρος Ερντογάν, τέσσερις ημέρες πριν υποδεχθεί στην Αγκυρα τη Γερμανίδα απερχόμενη καγκελάριο Μέρκελ.
Διεκδικώντας δε ρόλο ρυθμιστή στη διαχείριση της κρίσης, πρότεινε τη δημιουργία μιας ομάδας εργασίας για το Αφγανιστάν εντός των G20, με την Τουρκία στο «τιμόνι», καλώντας τη διεθνή κοινότητα να διατηρήσει ενεργό τον διάλογο με τους Ταλιμπάν, ώστε «υπομονετικά και σταδιακά» να προκύψει η εγκαθίδρυση μιας πιο περιεκτικής κυβέρνησης, υπό το πρόσταγμα των φονταμενταλιστών ισλαμιστών, στη δύσμοιρη Καμπούλ.
